SUBDIVIDED in Greek translation

[ˌsʌbdi'vaidid]
[ˌsʌbdi'vaidid]
υποδιαιρούνται
υποδιαιρέσεις
subdivision
subsection
subdividing
granularity
sub-dividing
subdiscipline
subclassification
sub-unit
υποδιαιρεμένη
subdivided
υποδιαίρεσε
subdivided
χωρισμένη
divide
i divorce
i'm breaking up
separate
i split
υποδιαιρεθεί
υποδιαιρεμένος
υποδιαιρεμένες
να υποδιαιρεθούν

Examples of using Subdivided in English and their translations into Greek

{-}
  • Financial category close
  • Colloquial category close
  • Official category close
  • Medicine category close
  • Ecclesiastic category close
  • Official/political category close
  • Computer category close
refers to a group of approximately 1,600 species in 130 genera subdivided in the three subfamilies Pereskioideae,
αναφέρεται σε μια ομάδα περίπου 1.6 είδη σε 130 γένη υποδιαιρείται σε τρεις υπό-οικογένειες: Pereskioideae,
The MIMA house consists of a square post-and-beam structure entirely glazed on all sides, subdivided by modular 1.5mx3m wooden frames.
Το MIMA house αποτελείται από μια τετράγωνη δομή με τζάμια σε όλες τις πλευρές, η οποία υποδιαιρείται σε μονάδες 1.5μx3μ ξύλινων πλαισίων.
The Romans had simply divided and subdivided provinces for the purposes of maintaining internal military control of the regions.
Οι Ρωμαίοι είχαν απλώς διαιρέσει και υποδιαιρέσει τις επαρχίες με σκοπό τη διατήρηση του εσωτερικού στρατιωτικού ελέγχου των περιοχών.
Subdivided hip-hop wear can also be divided into several groups,
Η υποδιαίρεση της φθοράς hip-hop μπορεί επίσης να χωριστεί σε διάφορες ομάδες,
Signs, giving only an indication, subdivided as follows: signs
Ενδείξεις, θα δίνει μόνο μια ένδειξη, υποδιαιρούνται ως εξής:
often subdivided by country or region.
που συχνά υποδιαιρούνται ανά χώρα ή περιοχή.
it is divided between various ethnic groups and further subdivided into tribes and clans that form the basic solidarity network in the countryside and cities.
διαιρείται μεταξύ διαφόρων εθνικών ομάδων και σε ακόμη περισσότερες υποδιαιρέσεις φυλών και γενών που δημιουργούν ένα δίκτυο βασικής αλληλεγγύης στην επαρχία και στις πόλεις.
which is already subdivided into articles and items,
ο οποίος είναι ήδη υποδιαιρεμένος σε άρθρα και θέσεις,
Appropriations shall be classified under different chapters grouping items of expenditure according to their nature or purpose and subdivided in accordance with the European law referred to in Article III-318.
Οι πιστώσεις εξειδικεύονται κατά κεφάλαια στα οποία οµαδοποιούνται οι δαπάνες ανάλογα µε τη φύση ή τον προορισµό τους και υποδιαιρούνται, σύµφωνα µε τον ευρωπαϊκό νόµο που αναφέρεται στο άρθρο ΙΙΙ-318.
saying he would not allow his party's economic plans to be“chopped up, subdivided or split into good and bad”.
υιοθέτησε έναν λιγότερο μαλακό τόνο, λέγοντας πως δε θα επέτρεπε τα οικονομικά σχέδια του κόμματός του να«τεμαχιστούν, να υποδιαιρεθούν ή να χωριστούν σε καλά και κακά».
and then subdivided, raw materials, non-woven sponge;?
και στη συνέχεια υποδιαιρούνται, πρώτες ύλες, μη υφασμένα σφουγγάρι?
The different operations into which the making of a pin, or of a metal button, is subdivided, are all of them much more simple,
Οι διαφορετικοί χειρισμοί στους οποίους υποδιαιρείται η κατασκευή μιας καρφίτσας ή ενός μεταλλικού κουμπιού
The larger the army of workers among whom the labour is subdivided, the more gigantic the scale upon which machinery is introduced,
Όσο μεγαλύτερος είναι ο στρατός των εργατών ανάμεσα στον οποίο κατανέμεται η εργασία, σε όσο πιο γιγάντια κλίμακα εισάγονται οι μηχανές,
The larger the army of workers among whom the labor is subdivided, the more gigantic the scale upon which machinery is introduced,
Όσο μεγαλύτερος είναι ο στρατός των εργατών ανάμεσα στον οποίο κατανέμεται η εργασία, σε όσο πιο γιγάντια κλίμακα εισάγονται οι μηχανές,
individuals body's level at the navel with both sections in gold percentage, then subdivided those parts in golden proportion at the legs
χώρισε το ύψος ενός ανθρώπινου μοντέλου στον ομφαλό με τα δύο τμήματα να βρίσκονται σε χρυσή αναλογία, κατόπιν υποδιαίρεσε αυτά τα δύο τμήματα σε χρυσή αναλογία στα γόνατα
he sectioned his model human body's height at the navel with the two sections in golden ratio, then subdivided those sections in golden ratio at the knees
χώρισε το ύψος ενός ανθρώπινου μοντέλου στον ομφαλό με τα δύο τμήματα να βρίσκονται σε χρυσή αναλογία, κατόπιν υποδιαίρεσε αυτά τα δύο τμήματα σε χρυσή αναλογία στα γόνατα
how such entities may be grouped, related within a hierarchy, and subdivided according to similarities and differences.
τέτοιες οντότητες µπορούν να οµαδοποιηθούν, να συσχετιστούν µέσα σε µια ιεραρχία, και να υποδιαιρεθούν σύµφωνα µε τις οµοιότητες και τις διαφορές τους.
he sectioned his model human body's height at the navel with the two sections in golden ratio, then subdivided those sections in golden ratio at the knees
χώρισε το ύψος ενός ανθρώπινου μοντέλου στον ομφαλό με τα δύο τμήματα να βρίσκονται σε χρυσή αναλογία, κατόπιν υποδιαίρεσε αυτά τα δύο τμήματα σε χρυσή αναλογία στα γόνατα
classified, subclassified, and subdivided meticulously; in the musty, leatherbound books on the library shelves at Children's-Anderson's Pathology
εκ νέου ταξινομηθεί σε υποομάδα και υποδιαιρεθεί σχολαστικά στα νοτισμένα δερματόδετα βιβλία στα ράφια της βιβλιοθήκης του Παίδων στην Παθολογοανατομία του Άντερσον
in the case of negotiated procedures, subdivided in accordance with Article 11, listing the number
στην περίπτωση δε των διαδικασιών με διαπραγμάτευση, σύμφωνα με τις υποδιαιρέσεις του άρθρου 12, αναφέρουν τον αριθμό
Results: 52, Time: 0.0615

Top dictionary queries

English - Greek