THRESHING in Greek translation

['θreʃiŋ]
['θreʃiŋ]
αλώνισμα
threshing
thrashing
αλωνιστική
αλωνιστικών
threshing
αλωνισμό
threshing
ράβδισμα
caning
threshing
shaking
αλωνίσματος
threshing
thrashing
αλωνιστικές
αλωνιστηριον
αλωνιστικά
να αλώνουν

Examples of using Threshing in English and their translations into Greek

{-}
  • Ecclesiastic category close
  • Colloquial category close
  • Official category close
  • Medicine category close
  • Financial category close
  • Official/political category close
  • Computer category close
For years threshing has been done in the traditional way with the use of mainly horse animals.
Για χρόνια το αλώνισμα γίνονταν με τον παραδοσιακό τρόπο με τη χρήση των ζώων κυρίως αλόγων.
Robert Cherry of Rolling Stone compared the band's sound to"a threshing machine devouring a military drum corps".
Robert Cherry των Rolling Stone σύγκριση ήχο της μπάντας σε"αλωνιστική μηχανή devouring ένα στρατιωτικό σώμα drum".
The intervention price per tonne of paddy rice(rice which has retained its husk after threshing) is 150.
Η τιμή παρέμβασης ανά τόνο ρυζιού paddy(ρύζι με το φλοιό του μετά το ράβδισμα) ανέρχεται σε 150 ευρώ ανά τόνο.
Behold, I will make thee a new sharp threshing instrument having teeth: thou shalt thresh the mountains,
Ιδου, εγω θελω σε καμει νεον κοπτερον αλωνιστηριον οργανον οδοντωτον θελεις αλωνισει τα ορη και λεπτυνει αυτα,
sturdy body is ideal for threshing and plowing the farmland.
ανθεκτικό σώμα τους είναι ιδανικό για το αλώνισμα και την όργωμα της γεωργικής γης.
Behold, I have made you into a new sharp threshing instrument with teeth. You will thresh the mountains,
Ιδου, εγω θελω σε καμει νεον κοπτερον αλωνιστηριον οργανον οδοντωτον θελεις αλωνισει τα ορη
In the outdoor area there are agricultural tools used for carving, threshing, winnowing and harvesting.
Στον υπαίθριο χώρο εκτίθενται τα γεωργικά εργαλεία που χρησιμοποιούνταν για σκάλισμα, αλώνισμα, λίχνισμα και συγκομιδή των καρπών.
which the local people used in times gone by for threshing the grain.
άγρια άλογα της περιοχής, τα οποία οι ντόπιοι χρησιμοποίησαν σε καιρούς για να αλώνουν τα σιτηρά.
for activities such as threshing.
για δραστηριότητες όπως το αλώνισμα.
which the local people used in past times for threshing the grain.
άγρια άλογα της περιοχής, τα οποία οι ντόπιοι χρησιμοποίησαν σε καιρούς για να αλώνουν τα σιτηρά.
The revival of traditional threshing remind older images from the recent past,
Η αναβίωση του παραδοσιακού αλωνίσματος θυμίζει στους μεγαλύτερους εικόνες από το πρόσφατο παρελθόν,
reaping, threshing, hoeing, watering, etc.
θερισμός, αλώνισμα, σκάλισμα, πότισμα, κ.α.
washing machines and threshing machines, eliminating the need for fuel and electricity.
πλυντήρια ρούχων και αλωνιστικές μηχανές, που εξαλείφουν την ανάγκη για καύσιμα και ηλεκτρική ενέργεια.
Mid of July- representation of threshing in the Old Village in Alonia, which is made
Αλωνίσματα Αλωνίσματα Μέσα Ιουλίου- αναπαράσταση του αλωνίσματος στο Παλιό Χωριό στα Αλώνια,
these boys would come and help us with threshing and whatever was required.
τα αγόρια αυτά έρχονταν και μας βοηθούσαν με το αλώνισμα και οτιδήποτε ήταν απαραίτητο.
Since 1941, Pantazis family has been collecting and grinding cereals, having threshing machines and a stone mill which converted into a cylinder mill.
Από το 1941 η οικογένεια Πανταζή διαθέτοντας αλωνιστικές μηχανές και έναν πετρόμυλο, τον οποίο αργότερα μετέτρεψε σε κυλινδρόμυλο, δραστηριοποιείται στη συλλογή, αποθήκευση και άλεση δημητριακών.
He also came up with a device with which to whip horses during the process of threshing, and another that made cloth.[2].
Επίσης σκαρφίστηκε μια συσκευή με την οποία μαστιγώνε τα άλογα κατά την διάρκεια του αλωνίσματος, και μια άλλη που κατασκεύαζε πανιά.[1].
They have always been made during the summer months usually after the harvest and threshing.
Η παρασκευή τους ανέκαθεν γινόταν κατά τους καλοκαιρινούς μήνες, συνήθως μετά το θέρος και το αλώνισμα.
cinema halls, threshing machines, storage spaces
αίθουσες κινηματογράφου, αλωνιστικές μηχανές, αποθήκες
He also came up with a device used to whip horses during the process of threshing, and another that made cloth pads.
Επίσης σκαρφίστηκε μια συσκευή με την οποία μαστιγώνε τα άλογα κατά την διάρκεια του αλωνίσματος, και μια άλλη που κατασκεύαζε πανιά.
Results: 135, Time: 0.0457

Top dictionary queries

English - Greek