BOTCHED in Greek translation

[bɒtʃt]
[bɒtʃt]
κακότεχνη
κακότεχνες
κακοσχεδιασμένη
ill-conceived
poorly drawn
badly designed
poorly
botched
πρόχειρη
shoddy
sloppy
makeshift
draft
κατέστρεψε
destroy
ruining

Examples of using Botched in English and their translations into Greek

{-}
  • Colloquial category close
  • Official category close
  • Medicine category close
  • Ecclesiastic category close
  • Financial category close
  • Official/political category close
  • Computer category close
Not to mention it took many botched attempts to burn them.
Χρειάστηκαν πολλές αδέξιες προσπάθειες, για να τον κάψει.
This was a botched negotiation.
Ήταν μια εφάπαξ διαπραγμάτευση.
Think she's reacting to my botched proposal?
Λες να αντιδρά στην αδέξια πρότασή μου;?
Simple enough to make it look like Lynch botched the whole thing.
Αρκετά εύκολο να φανεί πως ο Λιντς χάλασε το όλο θέμα.
The truth is… except for a few botched attempts with girls.
Η αλήθεια είναι… εκτός από λίγες αδέξιες προσπάθειες με κορίτσια.
But I can't. Botched face-lift.
Δεν μπορώ, απέτυχε το λίφτινγκ.
She hasn't botched one yet.
Δεν είχε ούτε μια αποτυχία.
It was a botched negotiation.
Ήταν μια εφάπαξ διαπραγμάτευση.
The botched attempt by elements of the Turkish military to overthrow President Recep Tayyip Erdogan will have far-ranging implications for Turkey's foreign relations
Η αποτυχημένη προσπάθεια από στελέχη του τουρκικού στρατού για την ανατροπή του προέδρου Recep Tayipp Erdogan θα έχει εκτεταμένες συνέπειες για τις εξωτερικές σχέσεις της Τουρκίας
How many more botched executions do we need to see before executioners stop using humans as guinea pigs?”.
Πόσες περισσότερες κακότεχνη εκτελέσεις εμείς πρέπει να δείτε πριν δήμιοι σταματήσουν να χρησιμοποιούν τους ανθρώπους ως ινδικά χοιρίδια?”.
Yurovsky and his men then made a botched attempt to incinerate the bodies of Maria and Alexey.
Ο Yurovsky και οι άντρες του έκαναν τότε μια αποτυχημένη προσπάθεια να αποτεφρώσουν τα σώματα της Μαρίας και του Αλεξέι.
A botched abortion contradicted the coroner's report that Rogers had died of strangulation.
Η αποτυχημένη έκτρωση ήρθε σε αντίθεση με την αναφορά του γιατρού ότι η Rogers είχε πεθάνει από στραγγαλισμό.
a defective filling, or a defective botched prosthetic restoration.
ένα ελαττωματικό σφράγισμα ή μία ελαττωματική κακότεχνη προσθετική αποκατάσταση.
Worked as an aide at the grant White House till just a couple weeks ago when she abruptly resigned and botched a suicide attempt.
Δούλευε ως βοηθός στον Λευκό Οίκο, μέχρι πριν λίγο καιρό που παραιτήθηκε κι έκανε απόπειρα αυτοκτονίας.
It detailed a botched coup attempt secretly supported by the American
Περιγράφει μια αποτυχημένη απόπειρα πραξικοπήματος την οποία υποστήριξαν μυστικά αμερικανικές
Robert Pattinson plays a small-time Queens crook named Connie Nikas whose botched robbery and escape attempt lands his mentally handicapped brother in jail.
Robert Pattinson παίζει ένα μικρό χρονικό διάστημα Queens απατεώνας που ονομάζεται Connie Νίκας οποίων κακότεχνη ληστεία και να ξεφύγουν προσπάθεια προσγειώνεται διανοητικά ανάπηρος αδελφός του στη φυλακή.
Finally, the botched coup will have repercussions on Turkey's ability to contribute to regional security.
Τέλος, το αποτυχημένο πραξικόπημα θα έχει επιπτώσεις στην ικανότητα της Τουρκίας να συμβάλει στην περιφερειακή ασφάλεια.
Despite a botched attempt in March that severely damaged her plane,
Παρά μια αποτυχημένη απόπειρα τον Μάρτιο που έπληξε σοβαρά το αεροπλάνο της,
a chariot accident and that his mummification was botched.
η μουμιοποίηση του ήταν πολύ πρόχειρη και κακότεχνη.
Almost immediately after a section of Turkey's military botched their coup attempt last month, arrests and detentions began en masse.
Σχεδόν αμέσως μετά το αποτυχημένο πραξικόπημα ορισμένων στρατιωτικών στην Τουρκία τον Ιούλιο του 2016, ξεκίνησαν μαζικές συλλήψεις και φυλακίσεις.
Results: 143, Time: 0.0948

Top dictionary queries

English - Greek