CAPACITY DEVELOPMENT in Greek translation

[kə'pæsiti di'veləpmənt]
[kə'pæsiti di'veləpmənt]
ανάπτυξη της δυναμικότητας
ανάπτυξη ικανότητας
ανάπτυξης ικανότητας
για τη δημιουργία ικανοτήτων
ανάpiτυξη ικανοτήτων

Examples of using Capacity development in English and their translations into Greek

{-}
  • Colloquial category close
  • Official category close
  • Medicine category close
  • Ecclesiastic category close
  • Financial category close
  • Official/political category close
  • Computer category close
management training, capacity development and poverty reduction.
της εκπαίδευσης διαχείρισης, ανάπτυξης ικανοτήτων και μείωσης της φτώχιας.
Capacity building, capacity development, empowerment and strengthening-all describe an increase in the ability of a social organization to achieve the goals that are set by that organization.
Δόμηση ικανότητας, ανάπτυξη ικανότητας, ενίσχυση και ενδυνάμωση-- όλα τα παραπάνω περιγράφουν μια αύξηση στην δυνατότητα μιας κοινωνικής οργάνωσης να πετύχει στόχους που έχουν τεθεί από την οργάνωση.
Budget support was provided for capacity development in the broader area of PFM,
Χορηγήθηκε δημοσιονομική στήριξη για την ανάπτυξη ικανοτήτων στον ευρύτερο τομέα της ΔΔΟ,
The share of technical assistance absorbed by capacity development activities could not be estimated.
Η εκτίμηση του μεριδίου της τεχνικής βοήθειας που απορροφήθηκε από τις δραστηριότητες ανάπτυξης ικανοτήτων δεν ήταν εφικτή.
KCRC was established in 2006 with the support of the Dutch government through the Netherlands-African partnership for Capacity development and Clinical interventions Against Poverty-related disease(NACCAP).
Το 2006, ιδρύθηκε με την υποστήριξη της ολλανδικής κυβέρνησης, το KCRC που μέσω της Ολλανδο-αφρικανικής συνεργασίας για την ανάπτυξη ικανοτήτων και κλινικών παρεμβάσεων κατά της φτώχειας που σχετίζονται με τη νόσο(NACCAP).
The paper provides guidance on how to assess institutional capacity and support capacity development processes.
Στο έγγραφο παρέχεται καθοδήγηση σχετικά με τον τρόπο αξιολόγησης της θεσμικής ικανότητας και τον τρόπο στήριξης των διαδικασιών ανάπτυξης ικανοτήτων.
global convening power for ocean science and capacity development in support of the 2030 Agenda
παγκόσμια εξουσία σύγκλησης για την επιστήμη των ωκεανών και την ανάπτυξη ικανοτήτων για την υποστήριξη της Ατζέντας του 2030
At the lower level of sector plans greater attention is paid to capacity development issues- albeit in very general terms.
Στη χαμηλότερη βαθμίδα των τομεακών σχεδίων αποδίδεται μεγαλύτερη προσοχή σε ζητήματα ανάπτυξης ικανοτήτων- αν και σε πολύ γενικό πλαίσιο.
the quality of nutrition and capacity development.
τη διατροφική ποιότητα και την ανάπτυξη ικανοτήτων.
In many countries audited, this creates significant doubts about the continuation of many reform and capacity development processes without on-going technical and/or financial assistance.
Σε αρκετές χώρες που υποβλήθηκαν σε έλεγχο, αυτό δημιουργεί σημαντικές αμφιβολίες σχετικά με τη συνέχιση πολλών διαδικασιών μεταρρύθμισης και ανάπτυξης ικανοτήτων χωρίς τη συνεχιζόμενη τεχνική και/ή οικονομική βοήθεια.
the IPA regional project provides complementary support to capacity development and training.
το περιφερειακό έργο του ΜΠΒ παρέχει συμπληρωματική στήριξη για την ανάπτυξη ικανοτήτων και την κατάρτιση.
See the Court's special report no 6/2007 on the effectiveness of technical assistance in the context of capacity development.
Βλέπε την ειδική έκθεση αριθ. 6/2007 του συνεδρίου σχετικά με την αποτελεσματικότητα της τεχνικής βοήθειας στο πλαίσιο της ανάπτυξης ικανοτήτων.
performance assessment based on disbursement conditions, and capacity development.
την αξιολόγηση των επιδόσεων με βάση τους όρους εκταμίευσης και την ανάπτυξη ικανοτήτων.
Special Report 6/2007 concerned the effectiveness of technical assistance in the context of capacity development.
Η ειδική έκθεση αριθ. 6/2007 αφορούσε την αποτελεσματικότητα της τεχνικής βοήθειας στο πλαίσιο της ανάπτυξης ικανοτήτων.
At present, the scope of TA funding is sufficiently flexible to accommo- date varied administrative capacity development needs.
Επί του παρόντος, η εμβέλεια της χρηματοδότησης για τεχνική βοήθεια είναι επαρκώς ευέλικτη ώστε να καλύπτει διάφορες ανάγκες ανάπτυξης ικανοτήτων.
The IMF's capacity development efforts are part of its core mandate
Οι προσπάθειες του ΔΝΤ για τη δημιουργία ικανοτήτων αποτελούν μέρος της βασικής εντολής του
The IMF's capacity development efforts are part of its core mandate
Οι προσπάθειες του ΔΝΤ για τη δημιουργία ικανοτήτων αποτελούν μέρος της βασικής εντολής του
Capacity development is essential to promote equitable participation between women,
Η ικανότητα ανάπτυξης είναι πρωταρχικό στοιχείο για την προώθηση της ισότιμης συμμετοχής των γυναικών,
support capacity development processes for the actors concerned at country
υποστηρίζουν τις διαδικασίες ανάπτυξης των ικανοτήτων των εν λόγω φορέων σε εθνικό
Capacity development(strengthening, empowerment)
Η ανάπτυξη της ικανότητας(ενίσχυση, ενδυνάμωση)
Results: 270, Time: 0.0484

Word-for-word translation

Top dictionary queries

English - Greek