CAUSING DEATH in Greek translation

['kɔːziŋ deθ]
['kɔːziŋ deθ]
προκαλώντας θάνατο
πρόκληση θανάτου
προκαλεί θάνατο
προκαλούν θάνατο
προξενώντας θάνατο
με αποτέλεσμα θανάτους

Examples of using Causing death in English and their translations into Greek

{-}
  • Colloquial category close
  • Official category close
  • Medicine category close
  • Ecclesiastic category close
  • Financial category close
  • Official/political category close
  • Computer category close
Aidan McAteer, 23, was charged with causing death by dangerous driving,
Ο 23χρονος Aidan McAteer κατηγορείται ότι προκάλεσε τον θάνατο της Violet-Grace λόγω κλοπής αυτοκινήτου
usually without causing death….
συνήθως χωρίς να προκαλεί τον θάνατο.
usually without causing death.
συνήθως χωρίς να προκαλεί τον θάνατο.
wanton disregard for public safety, causing death, bodily injury and harm.
αναίτια ολιγωρία για τη δημόσια ασφάλεια, δυνατόν να προκαλέσει θάνατο ή σωματικό τραυματισμό.
usually without causing death.
συνήθως χωρίς να προκαλεί τον θάνατο.
its former safety manager were each charged with three counts of violating Occupational Safety& Health Administration rules causing death.
ο διευθυντής λειτουργίας εγκαταστάσεων και ο πρώην διευθυντής ασφάλειας βαρύνονται με τρεις κατηγορίες για παραβίαση των κανόνων Επαγγελματικής Ασφάλειας& Υγείας προκαλώντας το θάνατο.
Nicotine chokes tissues in the mouth from the blood it needs to survive, causing death of the gum tissues.
Η νικοτίνη στερεί τους ιστούς στο στόμα από το αίμα που χρειάζονται για να επιβιώσουν, προκαλώντας το θάνατο των ιστών των ούλων.
special insecticides are used, either causing death of parasites or repelling them with their odor.
χρησιμοποιούνται ειδικοί εντομοκτόνοι παράγοντες, είτε προκαλώντας το θάνατο των παρασίτων είτε τους τρομοκρατώντας με τη μυρωδιά τους.
invades the central nervous system, causing death within a short amount of time.
εισβάλλει το κεντρικό νευρικό σύστημα, προκαλώντας το θάνατο μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα.
a deadly bacteria that can travel through contaminated food to pregnant women and their babies, causing death or premature birth.
ένα θανατηφόρο βακτηρίδιο που μπορεί να περάσει μέσα από τις μολυσμένες τροφές για να πλήξει τις εγκύους και τα μωρά τους, προκαλώντας θάνατο ή πρόωρο τοκετό.
Last year 157 people were sentenced for causing death by dangerous driving, with a further 32 convicted of causing death by careless driving while under the influence of alcohol or drugs.
Το 1996 στο Ηνωμένο Βασίλειο 157 άτομα καταδικάστηκαν για πρόκληση θανάτου από επικίνδυνη οδήγηση, ενώ άλλοι 32 καταδικάστηκαν για πρόκληση θανάτου γιατι οδηγούσαν υπο την επήρεια αλκόλ ή ναρκωτικών.
According to the Guardian, last year 157 people were sentenced for causing death by dangerous driving, with a further 32 convicted of causing death by careless driving while under the influence of alcohol or drugs.
Το 1996 στο Ηνωμένο Βασίλειο 157 άτομα καταδικάστηκαν για πρόκληση θανάτου από επικίνδυνη οδήγηση, ενώ άλλοι 32 καταδικάστηκαν για πρόκληση θανάτου γιατι οδηγούσαν υπο την επήρεια αλκόλ ή ναρκωτικών.
wailing as men filled with hate have warred against one another, killing and causing death.
καθώς πολεμούσαν ο ένας εναντίον του άλλου ανθρώπου γεμάτοι από μίσος, φονεύοντας και προξενώντας θάνατο.
as a consequence of not washing their hands, causing death by puerperal fever in the new mothers.
εξέταζαν γυναίκες που μόλις είχαν γεννήσει, προκαλώντας το θάνατο από επιλόχειο πυρετό στις νέες μητέρες.
What underlies the sergeant's action is by no means an isolated reaction to the psychological effects of war- the stress of causing death and seeing comrades
Αυτό που κρύβεται πίσω από τη δράση του λοχία δεν είναι, με κανένα τρόπο, μια μεμονωμένη αντίδραση στις ψυχολογικές επιπτώσεις του πολέμου- υπάρχει έντονο το άγχος της πρόκλησης του θανάτου, τόσο των συντρόφων όσο
inhibiting the utilization of oxygen by Mycobacterium tuberculosis, causing death of the bacteria due to failure of normal metabolism.
εμποδίζοντας τη χρησιμοποίηση του οξυγόνου από τη φυματίωση μυκητοβακτηρίων, που προκαλεί το θάνατο των βακτηριδίων λόγω της αποτυχίας του κανονικού μεταβολισμού.
with its obligations under this warranty being limited(save in the case of sole gross negligence causing death or personal injury)
οι δε υποχρεώσεις της βάσει της παρούσας εγγύησης περιορίζονται(εκτός από την περίπτωση αποκλειστικά βαριάς αμέλειας που προκαλεί θάνατο ή σωματικές βλάβες)
is transmitted by mosquitoes, causing death to a very small percentage of those infected with it,
ο οποίος μεταφέρεται με κουνούπια και προκαλεί θάνατο σ' ένα πολύ μικρό ποσοστό των μολυσμένων,
television… depict karate as a mysterious way of fighting capable of causing death or injury with a single blow… the mass media present a pseudo art far from the real thing.”.
η τηλεόραση… απεικονίζουν το καράτε ως έναν μυστηριώδη τρόπο μάχης ικανού να προκαλέσει θάνατο ή τραυματισμό με ένα μόνο χτύπημα… τα μέσα μαζικής ενημέρωσης παρουσιάζουν μια ψευτο-τέχνη που απέχει απο την πραγματικότητα».
The most common cancer that causes death is lung cancer.
Ο πιο συχνός καρκίνος που προκαλεί θάνατο είναι ο καρκίνος των πνευμόνων.
Results: 51, Time: 0.0536

Word-for-word translation

Top dictionary queries

English - Greek