Examples of using Has modified in English and their translations into Greek

{-}
  • Official category close
  • Colloquial category close
  • Medicine category close
  • Ecclesiastic category close
  • Financial category close
  • Official/political category close
  • Computer category close
The General Assembly of the TRNC has modified the law on real estate
Η ψευδοβουλή τροποποίησε το λεγόμενο νόμο περί ακίνητης περιουσίας
What's one stereotype/notion you had about South America that you just assume has modified by truly being there?
Ποιο είναι το στερεότυπο/ αντίληψη που είχατε σχετικά με τη Νότια Αμερική ότι νομίζετε ότι έχει αλλάξει πραγματικά στην ύπαρξη;?
This communication has modified the situation that emerged after the Notification published by the CDF in 1995.
Αυτή η επικοινωνία έχει τροποποιήσει την θέση(της Εκκλησίας σημ. μετ.) που προέκυψε μετά την Ειδοποίηση η οποία εξεδόθη από τη Σύνοδο το 1995….
you receive the following message after the converter has modified the document.
λαμβάνετε το ακόλουθο μήνυμα μετά το μετατροπέα τροποποίησε το έγγραφο.
our idea of what actually constitutes AI has modified.
η άποψη μας για το τι συνιστά η Τεχνητή Νοημοσύνη(AI) έχει αλλάξει.
adapt to a society which is constantly changing and which has modified their traditional roles.
να προσαρμοστούν σε μια κοινωνία σε συνεχή εξέλιξη που έχει τροποποιήσει τους παραδοσιακούς ρόλους.
that the atomized multitude has modified.
που το μοναχικό πλήθος έχει τροποποιήσει.
rigging equipment giant Crosby, has modified its equipment for use in the most demanding environments.
εξοπλισμού της γίγαντας Crosby, έχει τροποποιήσει τον εξοπλισμό της για χρήση στα πιο απαιτητικά περιβάλλοντα.
Eddie Zheng, has modified his Xiaomi Mi Robot Vacuum allowing him to play music directly from Spotify.
Eddie Zheng, έχει τροποποιήσει το Xiaomi Mi Robot Vacuum που του επιτρέπει να παίζει μουσική απευθείας από το Spotify.
substratum of a modernity which has modified its morphology but not its function.
ως βάση μιας νεωτερικότητας που αλλάζει τη μορφολογία της, αλλά όχι τη λειτουργία της.
An international team of investigators based in the United States and Germany has modified the nanoscale printing technique known as dip-pen nanolithography to create large numbers of model cell membranes.
Μια διεθνής ομάδα ερευνητών με έδρα τις Ηνωμένες Πολιτείες και η Γερμανία έχει τροποποιήσει τη νανοκλίμακα τεχνική εκτύπωσης γνωστή ως nanolithography βουτιά-στυλό για τη δημιουργία μεγάλου αριθμού των κυτταρικών μεμβρανών μοντέλο.
Netflix has modified an episode of the controversial series'13 Reasons Why' two years after its original airing,
Η Netflix τροποποίησε ένα επεισόδιο της αμφιλεγόμενης σειράς"13 λόγοι γιατί" δύο χρόνια μετά τον αρχικό αερισμό της,
evolution has modified the inflammation response to be a method of communication.
η εξέλιξη έχει τροποποιήσει την αντίδραση της φλεγμονής ως μέθοδο επικοινωνίας.
This Act, which has modified the EEC treaty
Η Πράξη αυτή, που τροποποίησε τη Συνθήκη ΕΟΚ
The establishment of a 100% bidirectional communication in which the citizen can express their concerns and opinions has modified the relationship between the company,
Η δημιουργία μιας αμφίδρομης επικοινωνίας 100% στην οποία ο πολίτης μπορεί να εκφράσει τις ανησυχίες και τις απόψεις του έχει τροποποιήσει τη σχέση μεταξύ της εταιρείας,
The COMPANY shall assume no responsibility for any kind of difference that occurs in the files, wherever it results from, nor when it has modified or added or removed the software used by the CLIENT upon his request.
Ια Η ΕΤΑΙΡΕΙΑ δεν φέρει καμία ευθύνη για οποιαδήποτε διαφορά πάσης φύσεως έχει προκύψει σε αρχεία απ΄ όπου και αν προέρχεται αυτή, ούτε όταν έχει τροποποιηθεί ή προσθέσει ή αφαιρέσει το λογισμικό που χρησιμοποιεί ο ΠΕΛΑΤΗΣ κατόπιν ζήτησής του.
Norway has modified its GSP rules of origin.
η Ελβετία τροποποίησε τους κανόνες καταγωγής του οικείου ΣΓΠ.
the existence of an agreement between them has modified both the battle-field and the balance of international relations.
η ύπαρξη συμφωνίας μεταξύ τους αλλάζει τόσο το πεδίο της μάχης όσο και την ισορροπία των διεθνών σχέσεων.
the existence of an agreement between them has modified both the battle-field and the balance of international relations.
η ύπαρξη συμφωνίας μεταξύ τους αλλάζει τόσο το πεδίο της μάχης όσο και την ισορροπία των διεθνών σχέσεων.
The complexity of education in a world marked by uncertainty has modified the demands faced by teachers
Η πολυπλοκότητα της εκπαίδευσης σε έναν κόσμο που χαρακτηρίζεται από αβεβαιότητα έχει τροποποιήσει τις απαιτήσεις που αντιμετωπίζουν οι δάσκαλοι
Results: 55, Time: 0.04

Word-for-word translation

Top dictionary queries

English - Greek