IS PRACTISED in Greek translation

[iz 'præktist]
[iz 'præktist]
ασκείται
i practice
i exercise
exerting
practise
i wield
i put
εφαρμόζεται
i apply
implement
i use
enforce
i have been practicing
εξασκείται
practice
exercising
i'm working
practising

Examples of using Is practised in English and their translations into Greek

{-}
  • Official category close
  • Colloquial category close
  • Medicine category close
  • Ecclesiastic category close
  • Financial category close
  • Official/political category close
  • Computer category close
the places where the teaching is practised.
τα μέρη όπου η εφαρμόζεται η διδασκαλία.
The Anatomy Act will ensure that medicine in this country is practised only by qualified
Ο νόμος περί Ανατομίας θα εξασφαλίσει ότι η ιατρική σ'αυτή τη χώρα ασκείται μόνο από πτυχιούχους
the Tropic of Cancer, female circumcision is practised systematically.
του Τροπικού του Καρκίνου εφαρμόζεται συστηματικά ο ακρωτηριασμός των γεννητικών οργάνων.
Osteopathic healthcare is provided in every continent except Antarctica and is practised in more than 50 countries.
Η οστεοπαθητική υγειονομική περίθαλψη παρέχεται τώρα σε όλες τις ηπείρους εκτός από την Ανταρκτική και εφαρμόζεται σε περισσότερες από 50 χώρες.
global context in which contemporary midwifery is practised.
πολυεπαγγελματικό και παγκόσμιο πλαίσιο στο οποίο ασκείται σύγχρονη μαιευτική…[-].
Similarly, when on a particular market selective distribution is practised in combination with additional restraints such as non-compete or quantity-forcing on the buyer,
Επίσης, όταν σε συγκεκριμένη αγορά ένα σύστημα επιλεκτικής διανομής εφαρμόζεται σε συνδυασμό με πρόσθετους περιορισμούς, όπως ρήτρες περί μη άσκησης ανταγωνισμού
At present, the removal of the gastric fundus is practised as a self-existent operation with particularly good results in people with a very high BMI index value
Σήμερα η αφαίρεση του γαστρικού θόλου εφαρμόζεται ως αυτοτελής επέμβαση με ιδιαίτερα καλά αποτελέσματα σε άτομα με πολύ υψηλό ΔΜΣ(ΒΜΙ)
sport is practised by more than 100 million Europeans,
ο αθλητισμός εξασκείται από πάνω από 100 εκατ. Ευρωπαίους,
in every sense of the word, a martial art, which is practised throughout korea on the military training fields,
είναι ακόμη μια πολεμική τέχνη που εφαρμόζεται σε όλη την Κορέα στα στρατιωτικά γυμνάσια,
In Greece, 25% to 42% of girls were at risk of FGM out of 1 787 girls originating from countries where FGM is practised.
Εκτιμάται ότι το 25 % έως 42 % των κοριτσιών διατρέχει κίνδυνο ακρωτηριασμού των γυναικείων γεννητικών οργάνων(FGM) στην Ελλάδα, επί συνολικού πληθυσμού 1.787 κοριτσιών ηλικίας 0-18 ετών από χώρες όπου εφαρμόζεται η πρακτική του ακρωτηριασμού των γυναικείων γεννητικών οργάνων.
this must be accompanied by action to ensure that good governance is practised, the rule of law upheld
τα οικονομικά μέτρα θα πρέπει να συνοδεύονται από ενέργειες, ώστε να διασφαλιστεί ότι εφαρμόζεται χρηστή διακυβέρνηση,
Nowadays, his teachings are practised and taught in many congregations connected to ISKCON.
Σήμερα, οι διδασκαλίες του ασκείται και διδάσκεται σε πολλές εκκλησίες που συνδέονται με ISKCON.
It cannot, therefore, be practised on a mass scale.
Δεν μπορούν λοιπόν να εφαρμοστούν σε μαζική κλίμακα.
In Romania, the following legal professions are practised.
Στη Ρουμανία, ασκούνται τα ακόλουθα νομικά επαγγέλματα.
Dogmas must be practised.
Δόγματα πρέπει να γίνονται πράξεις.
It can be practised easily and painlessly with the same end results.
Μπορεί να πραγματοποιηθεί εύκολα και ανώδυνα εντελώς έχοντας τα ίδια αποτελέσματα.
It is ancient due to it has been practised throughout all of human history.
Είναι αρχαίο επειδή έχει ασκηθεί σε όλη την ανθρώπινη ιστορία.
Subsidiarity is indeed an essential democratic concept and should be practised.
Η επικουρικότητα αποτελεί ουσιώδη έννοια της δημοκρατίας και θα πρέπει να εφαρμόζεται.
What forms of struggle are practised?
Ποιες μορφές αγώνα εφαρμόζονται;?
We shall never support the policies that are practised by Alexander Lukashenko.
Δεν θα υποστηρίξουμε ποτέ τις πολιτικές που ασκούνται από τον Αλεξάντερ Λουκασένκο.
Results: 67, Time: 0.051

Word-for-word translation

Top dictionary queries

English - Greek