PAYER in Greek translation

['peiər]
['peiər]
πληρωτής
payer
drawee
πληρωτή
payer
drawee
πληρωμής
payment
pay
payout
payoff
καταβάλλων
payer
καταβάλλοντα
payer
καταβάλλοντος
payer
paying
πάγιερ
pajer
payer
πληρωμών
payment
pay
payout
payoff
δικαιούχο
beneficiary
holder
proprietor
recipient
owner
rightholder
payee
person
entitled
licensee
να πληρώσει
to pay
afford
payin

Examples of using Payer in English and their translations into Greek

{-}
  • Colloquial category close
  • Official category close
  • Medicine category close
  • Ecclesiastic category close
  • Financial category close
  • Official/political category close
  • Computer category close
In the first model, the payer gives the mandate directly to the payee.
Στο πρώτο, ο οφειλέτης δίνει την εντολή χρέωσης, εξουσιοδότηση, απευθείας στον δικαιούχο.
In the second model, the payer gives the mandate directly to its bank.
Στο δεύτερο μοντέλο, ο οφειλέτης δίνει την εξουσιοδότηση στo πιστωτικό του ίδρυμα.
All third party payments will not be accepted and returned to the payer.
Οποιεσδήποτε πληρωμές τρίτων δεν θα γίνονται δεκτές και θα επιστραφούν στον υπόχρεο.
You will need the permission of the bill payer before making any telephone call.
Πριν την πραγματοποίηση οποιασδήποτε τηλεφωνικής κλήσης, απαιτείται η άδεια του πληρωτή του λογαριασμού.
Cancellation of bank draft(by the payer).
Ακύρωση Τραπεζικής επιταγής(από τον εντολέα).
Tax payer to be paid.[…].
ΑΦΜ υπόχρεου προς καταβολή.
Share the pronunciation of Aurais-je des frais à payer?
Μοιρασθήτε την εκφώνηση τής Aurais-je des frais à payer?
The liability of the payer in accordance with Article 74,
Η ευθύνη του πληρωτή σύμφωνα με το άρθρο 74,
Complete all payer and recipient fields with the same information that was included on the form that contained the mistake.
Συμπληρώστε όλα τα πεδία πληρωτή και παραλήπτη με τις ίδιες πληροφορίες που συμπεριελήφθησαν στη φόρμα που περιείχε το λάθος.
You might think that that's because those private payer options are so expensive
Ίσως να νομίζετε ότι αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι αυτές οι ιδιωτικές επιλογές πληρωμής είναι τόσο ακριβές
Interest shall be deemed to arise in one of the States when the payer is that State itself,
Τόκοι θεωρούνται ότι προκύπτουν σ ένα Συμβαλλόμενο Κράτος όταν ο καταβάλλων είναι το ίδιο το Κράτος, μία τοπική αρχή
The procedure for giving consent shall be agreed between the payer and the payment service provider.
Η διαδικασία με την οποία δίνεται η συγκατάθεση συμφωνείται μεταξύ του πληρωτή και του παρόχου ή των παρόχων υπηρεσιών πληρωμών.
In addition, Member States shall ensure that payment initiation service providers shall, prior to initiation, provide the payer with, or make available to the payer, the following clear
Επιπλέον, οι πάροχοι υπηρεσιών εκκίνησης πληρωμής παρέχουν ή καθιστούν διαθέσιμες στον πληρωτή, πριν από την εκκίνηση της πληρωμής, τις ακόλουθες σαφείς
Both the Payee and Payer must hold an account in Euro with a financial institution located in the SEPA area;
Τόσο ο Δικαιούχος Πληρωμής όσο και ο Καταβάλλων πρέπει να κατέχουν λογαριασμό σε Ευρώ σε χρηματοπιστωτικό ίδρυμα που βρίσκεται στην περιοχή SEPA;
landscape artist Julius Payer, the custom-built schooner Tegetthoff left Tromsø in July 1872.
καλλιτέχνη τοπίου Γιούλιους Πάγιερ, η ειδικά κατασκευασμένη ημιολία Tegetthoff απέπλευσε από το Τρόμσε τον Ιούλιο του 1872.
Payment service providers should ensure that the information on the payer and the payee is not missing or incomplete.
Οι πάροχοι υπηρεσιών πληρωμών πρέπει να εξασφαλίζουν ότι τα στοιχεία του πληρωτή και του δικαιούχου δεν απουσιάζουν ούτε είναι ελλιπή.
Interest shall be deemed to arise in a Contracting Party when the payer is a resident of that Party.
Τόκοι θεωρούνται ότι προκύπτουν σ' ένα Συμβαλλόμενο Κράτος όταν ο καταβάλλων είναι κάτοικος αυτού του Κράτους.
present at time of rental and payer of any rental charges.
να είναι παρών/παρούσα τη στιγμή της ενοικίασης και να πληρώσει όλες τις χρεώσεις της ενοικίασης.
as it establishes the liability of the payer.
καθώς καθιερώνει την ευθύνη του πληρωτή.
present at time of rental and payer of any rental charges.
να είναι παρών/παρούσα τη στιγμή της ενοικίασης και να πληρώσει όλες τις χρεώσεις της ενοικίασης.
Results: 499, Time: 0.0688

Top dictionary queries

English - Greek