QUANTIFIABLE in Greek translation

προσδιορίσιμα ποσοτικώς
quantifiable
προσδιορίσιμων ποσοτικώς
quantifiable
μετρήσιμη
measurable
quantifiable
measureable
measured
countable
ποσοτικοποιήσιμα
quantifiable
ποσοτικοποιήσιμη
quantifiable
προσδιορίσιμο ποσοτικώς
quantifiable
μετρήσιμα
measurable
quantifiable
measured
measureable
ποσοτικά
quantitative
quantified
quantifiable
quantity
ποσοτικοποιημένους
quantified
quantifiable
ποσοτικοποιήσιμων
quantifiable
ποσοτικοποιημένα
προσδιορίσιμα ποσοτικά
ποσοτικοποιήσιμους
ποσοτικά προσδιορίσιμων
ποσοτικά προσδιορίσιμη
ποσοτικοποιήσιμες
ποσοτικά προσδιορίσιμες
ποσοτικά προσδιορίσιμους
ποσοτικά προσδιορίσιμο
ποσοτικοποιήσιμοι
ποσοτικοποιημένη
ποσοτικώς προσδιορίσιμες

Examples of using Quantifiable in English and their translations into Greek

{-}
  • Colloquial category close
  • Official category close
  • Medicine category close
  • Ecclesiastic category close
  • Financial category close
  • Official/political category close
  • Computer category close
To make that claim we need real, quantifiable data.
Για να ισχυριστούμε κάτι τέτοιο, χρειαζόμαστε πραγματικά, μετρήσιμα δεδομένα.
All goals must be numerically quantifiable.
Όλοι οι στόχοι πρέπει να είναι αριθμητικά μετρήσιμοι.
The Commission action plan should be complemented with‘quantifiable targets'.
Το σχέδιο δράσης της Επιτροπής θα πρέπει να συμπληρωθεί με«ποσοτικά προσδιορίσιμους στόχους».
The former is a quantifiable standard; the latter is not.
Το πρώτο είναι ποσοτικά προσδιορίσιμο κριτήριο, το δεύτερο όχι.
Plans and goals are basically tested for quantifiable outcomes.
Πλάνα και αντικειμενικοί στόχοι είναι συνήθως δοκιμασμένα για μετρήσιμα αποτελέσματα.
The Commission action plan will be complemented with more detailed, quantifiable targets.
Το σχέδιο δράσης της Επιτροπής θα συμπληρωθεί με λεπτομερέστερους, ποσοτικά προσδιορίσιμους στόχους.
Everything is quantifiable.
Τα πάντα είναι μετρήσιμα.
Serious quantifiable errors refer to errors above 2%. 10.11.2008 THE COMMISSION'S REPLIES.
Τα σοβαρά ποσοτικώς προσδιορίσιμα σφάλματα αφορούν σφάλματα άνω του 2_%. ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ.
Measurable(quantifiable) goals.
Measurable(μετρήσιμος στόχος).
Laughter has positive, quantifiable physiological and psychological effects on certain aspects of health.
Συμπερασματικά το γέλιο έχει θετικές, μετρήσιμες φυσιολογικές και ψυχολογικές επιπτώσεις σε ορισμένες πτυχές της υγείας.
Proxemics is the learning of quantifiable distances between people as they relate to each other.
Proxemics είναι η μελέτη των μετρήσιμων αποστάσεων μεταξύ των ανθρώπων καθώς αλληλεπιδρούν μεταξύ τους.
We classified these errors as quantifiable(17)(see Figure 6.5).
Χαρακτηρίσαμε τα εν λόγω σφάλματα ως ποσοτικώς προσδιορίσιμα(17)(βλέπε πλαίσιο 6.5).
It's a quantifiable fact.
Είναι ποσοτικό δεδομένο.
We spend quality and quantifiable time with our kids.
Να αφιερώνω ποιοτικό και ποσοτικό χρόνο με τα παιδιά μου.
Write down specific, quantifiable, possible, relevant
Γράψτε συγκεκριμένους, μετρήσιμους, εφικτούς, σχετικούς
However, the largest income achievable over the long term is not very quantifiable.
Ωστόσο, το μεγαλύτερο εισόδημα που μπορεί να επιτευχθεί μακροπρόθεσμα δεν είναι πολύ μετρήσιμο.
Turn this into a specific, quantifiable goal.
Μετατρέψτε την υπόσχεση σε συγκεκριμένο, μετρήσιμο στόχο.
The demise of classical learning is both real and quantifiable”;
Ο Θάνατος της Κλασικής μάθησης είναι και αληθινός και μετρήσιμος.
Furthermore, any evaluation needs to be made on the basis of quantifiable social targets.
Επιπλέον, η όποια αξιολόγηση θα πρέπει να γίνεται στη βάση κοινωνικά μετρήσιμων στόχων.
It provides European citizens with a visible, quantifiable indicator of solidarity.
Προσφέρει στους ευρωπαίους πολίτες έναν ορατό, μετρήσιμο δείκτη του επιπέδου αλληλεγγύης.
Results: 510, Time: 0.0814

Top dictionary queries

English - Greek