WERE UNFOUNDED in Greek translation

[w3ːr ˌʌn'faʊndid]
[w3ːr ˌʌn'faʊndid]
ήταν αβάσιμοι
ήταν αστήρικτες

Examples of using Were unfounded in English and their translations into Greek

{-}
  • Colloquial category close
  • Official category close
  • Medicine category close
  • Ecclesiastic category close
  • Financial category close
  • Official/political category close
  • Computer category close
The constitutional court disallowed the motion under the grounds the accusations were unfounded and then inadmissible.
Το συνταγματικό δικαστήριο δεν επέτρεψε την εκτέλεση της απόφασης με το αιτιολογικό ότι οι κατηγορίες ήταν αβάσιμες και για το λόγο αυτό δεν μπορούσαν παρά να απορριφθούν.
As a result, we conclude that the original concerns that cloning had caused early-onset OA in Dolly were unfounded.”.
Επομένως, συμπεραίνουμε ότι οι αρχικές μας ανηχυχίες ότι η κλωνοποίηση προκάλεσε πρόωρη οστεοαρθρίτιδα στη Ντόλι ήταν αβάσιμες».
that fears of a terrorist threat were unfounded.
ο φόβος τρομοκρατικής επίθεσης είναι αβάσιμος.
the documentary data on which the investigation workers based themselves were unfounded.
τα στοιχεία τεκμηρίωσης στα οποία βασίστηκαν οι ανακριτές αβάσιμα.
the prosecutor pointed out, and all of this were unfounded.
τόνισε ο εισαγγελέας και χαρακτήρισε αβάσιμα όλα αυτά.
No, Commissioner: what has been confirmed is that the suspicions were unfounded, irresponsible and without objective data;
Όχι, κύριε Επίτροπε: αυτό που επιβεβαιώθηκε, είναι ότι οι υποψίες ήταν αβάσιμες, ανεύθυνες και χωρίς αντικειμενική βάση· αυτό που επιβεβαιώθηκε,
Although the coup rumors were unfounded, their spread and the government's tightening of Internet controls
Μολονότι οι φήμες για πραξικόπημα ήταν αβάσιμες, η διάδοσή τους και η ενίσχυση από την κυβέρνηση των ελέγχων στο Διαδίκτυο
agreed that fears of new warfare were unfounded.
οι φόβοι για νέα σύρραξη ήταν αβάσιμοι.
especially with regard to its alleged recognition of a"Macedonian nation", were unfounded.
ασκηθεί εναντίον της Συμφωνίας, ειδικά ως προς το ότι αναγνωρίζει«μακεδονικό έθνος» ήταν αβάσιμες.
their claims were unfounded.
οι ισχυρισμοί τους είναι αβάσιμοι.
Both organisations demanded European governments allow the Aquarius to continue its mission by stating to the Panamanian authorities that threats made by the Italian government were unfounded or by immediately issuing a new flag under which the vessel could sail.
Οι δύο οργανώσεις ζητούν από τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις να επιτρέψουν στο Aquarius να συνεχίσει την αποστολή του, είτε διαβεβαιώνοντας τις αρχές του Παναμά ότι οι απειλές της ιταλικής κυβέρνησης είναι αβάσιμες, είτε χορηγώντας αμέσως μια νέα σημαία με την οποία θα μπορέσει το σκάφος να συνεχίσει την αποστολή του.
If, on the other hand, these doubts were unfounded, if the basic Marxian concepts of sociology were correct,
Αν όμως ήταν αβάσιμες οι αμφιβολίες, αν οι βασικές κοινωνιολογικές ιδέες του Μαρξ ήταν ορθές,
In particular, the contested decision held that the alleged grounds were unfounded because there was no evidence to show they were true,
Ειδικότερα, όπως έγινε δεκτό με την προσβαλλόμενη απόφαση, οι προβαλλόμενοι λόγοι είναι αβάσιμοι, διότι δεν προκύπτει από κάποιο αποδεικτικό στοιχείο το αληθές αυτών,
some of whom have been the targets of yogurt and fruit attacks, were unfounded and that they had undermined the meaning of freedom by barring Greeks from attending the parade to celebrate what it means.
36 ετών, ο οποίος ανέφερε πως είναι άνεργος εδώ και δυο χρόνια-- καθώς τα μέτρα λιτότητας έχουν εκτοξεύσει την ανεργία στο 21%-- δήλωσε πως οι φόβοι των πολιτικών, μερικοί εκ των οποίων έχουν αποτελέσει στόχους επιθέσεων με γιαούρτια και φρούτα, είναι αβάσιμοι και πως υποβάθμισαν τη σημασία της ελευθερίας με την απόφασή τους να εμποδίσουν τους Έλληνες να παραστούν στην παρέλαση ώστε να γιορτάσουν τη σημασία της.
These worries are unfounded, according to Ms Kefalogianni.
Αυτές οι ανησυχίες είναι αβάσιμες, σύμφωνα με την κυρία Κεφαλογιάννη.
I believe these concerns are unfounded, for the following reasons.
Πιστεύω ότι αυτές οι ανησυχίες είναι αβάσιμες, για τους ακόλουθους λόγους.
If the allegations are unfounded, we would like to avoid that.
Και αν οι ισχυρισμοί είναι αβάσιμοι, θα θέλαμε να το αποφύγουμε.
But this fear is unfounded, because it is based on a misunderstanding.
Ωστόσο, αυτός ο ισχυρισμός είναι αβάσιμος, καθώς φαίνεται ότι βασίζεται σε παρεξήγηση.
Some of them are unfounded.
Ορισμένες είναι αβάσιμες.
Curly hair are unfounded new elasticity and vitality.
Σγουρά μαλλιά είναι αβάσιμοι νέα ζωντάνια και ελαστικότητα.
Results: 44, Time: 0.0383

Word-for-word translation

Top dictionary queries

English - Greek