ACCEPTABLE LEVELS in Greek translation

[ək'septəbl 'levlz]
[ək'septəbl 'levlz]
αποδεκτού επιπέδου
ανεκτά επίπεδα
αποδεκτών επιπέδων

Examples of using Acceptable levels in English and their translations into Greek

{-}
  • Official category close
  • Colloquial category close
  • Medicine category close
  • Ecclesiastic category close
  • Financial category close
  • Official/political category close
  • Computer category close
markets that is necessary to sustain acceptable levels of welfare and state power.
τι αγορές που απαιτούνται με την υποστήριξη αποδεκτού επιπέδου πλούτου και κρατικής ισχύος.
They are able to control the blood sugar levels ensuring it does not fall below medically acceptable levels.
Είναι σε θέση να ελέγχει τα επίπεδα σακχάρου στο αίμα εξασφαλίζοντας ότι δεν πέφτει κάτω από ιατρικώς αποδεκτά επίπεδα.
The UK capital has struggled to keep in line with the recommended acceptable levels of air pollution for some time.
Η πρωτεύουσα του Ηνωμένου Βασιλείου προσπάθησε να συμβαδίσει με τα συνιστώμενα αποδεκτά επίπεδα ατμοσφαιρικής ρύπανσης για μικρό χρονικό διάστημα.
although it has not attained acceptable levels.
να έχει φτάσει σε αποδεκτά επίπεδα.
of residues from the manufacturing process have to be controlled and must not exceed acceptable levels).
άλλες φυσικοχημικές ιδιότητες καθαρότητα(τα ίχνη καταλοίπων από τη διαδικασία παρασκευής πρέπει να ελέγχονται και να μην υπερβαίνουν τα αποδεκτά επίπεδα).
It can be seen from the above points that Latin American societies suffer a number of core weaknesses preventing them from meeting the challenge of achieving acceptable levels of social cohesion and which may be condensed into the five following shortcomings.
Από τα προαναφερθέντα συνάγεται ότι οι λατινο-αμερικανικές κοινωνίες πάσχουν από ορισμένες βασικές ελλείψεις για την αντιμετώπιση της πρόκλησης της επίτευξης αποδεκτών επιπέδων κοινωνικής συνοχής, τις οποίες μπορούμε να συνοψίσουμε στις εξής πέντε.
eliminate or reduce to acceptable levels the risks to humans
την εξάλειψη ή τη μείωση σε αποδεκτό επίπεδο των κινδύνων για τον άνθρωπο
reduce its concentration to acceptable levels, or convert toxic
τη μείωση της συγκέντρωσής τους σε αποδεκτό επίπεδο ή τη μετατροπή τοξικών
transforming contaminants in the soil to reduce their concentrations to acceptable levels or to convert toxic
μετατροπή μολυσματικών ουσιών στο έδαφος, τη μείωση της συγκέντρωσής τους σε αποδεκτό επίπεδο ή τη μετατροπή τοξικών
Heat-resistant alloys are those capable of being used at temperatures above 1200ºF/ 670ºC under load in particular gas environments and are indicated by acceptable levels of stress rupture
Τα ανθεκτικά στη θερμότητα κράματα είναι εκείνα ικανά της χρησιμοποίησης στις θερμοκρασίες επάνω από 1200ºF/670ºC κάτω από το φορτίο δηλητηριάζουν με αέρια ιδίως τα περιβάλλοντα και υποδεικνύονται από τα αποδεκτά επίπεδα δυνάμεων ρήξης
override outdoor air flow beyond design ventilation rates if the CO2 exceeds acceptable levels.
παρακάμπτουν τη ροή εξωτερικού αέρα πέρα από τα προβλεπόμενα ποσοστά αερισμού, αν το CO2 υπερβαίνει τα αποδεκτά επίπεδα.
In the inside of the linothorax, the hoplite is wearing a vest made from natural sheep fur ensuring acceptable levels of body temperature preservation in the cold months of the year during which campaigns began to be realised with increasing frequency from around the middle of the 5th century BC.
Το συνολικό βάρος του λινοθώρακα ανέρχεται στα 12 κ. Εσωτερικά του λινοθώρακα ο οπλίτης φέρει γιλέκο φτιαγμένο από φυσική γούνα προβάτου εξασφαλίζοντας ανεκτά επίπεδα διατήρησης σωματικής θερμοκρασίας κατά τους κρύους μήνες κατά τους οποίους οι εκστρατείες άρχισαν να πραγματοποιούνται με αυξανόμενη συχνότητα από τα μέσα του 5ου π.Χ αιώνα.
eliminating or reducing to acceptable levels risks to humans
την εξάλειψη ή τη μείωση σε αποδεκτό επίπεδο, των κινδύνων για τον άνθρωπο
individual freedom to acceptable levels in the light of European standards.
οδηγώντας το σε αποδεκτά επίπεδα, σε σύγκιση με τα ευρωπαϊκά πρότυπα.
There is an acceptable level of pain.
Έχουν αποδεκτό επίπεδο πόνου.
Reduce microbial numbers to an acceptable level.
Μείωση σε αποδεκτά επίπεδα του μικροβιακού φορτίου.
Acceptable level of risk.
Αποδεκτό επίπεδο κινδύνου.
The organisations acceptable level of risk; and.
Τα αποδεκτά επίπεδα κινδύνου του Οργανισμού, και.
An acceptable level of risk.
Αποδεκτό επίπεδο κινδύνου.
Keep noise to an acceptable level.
Προσπαθήστε να διατηρήσετε τον θόρυβο σε ανεκτά επίπεδα.
Results: 139, Time: 0.0407

Word-for-word translation

Top dictionary queries

English - Greek