ANOTHER ENTITY in Greek translation

[ə'nʌðər 'entiti]
[ə'nʌðər 'entiti]
άλλο φορέα
other body
other entity
other institution
another operator
other agency
other organization
άλλον οργανισμό
other organization
other organisation
another organism
other organism
other body
other agency
other entity

Examples of using Another entity in English and their translations into Greek

{-}
  • Colloquial category close
  • Official category close
  • Medicine category close
  • Ecclesiastic category close
  • Financial category close
  • Official/political category close
  • Computer category close
The Commission shall manage the component of the Programme where such management is not entrusted to another entity.
Η Επιτροπή διαχειρίζεται τη συνιστώσα του προγράμματος, όπου η εν λόγω διαχείριση δεν έχει ανατεθεί σε άλλη οντότητα.
sold to, or merged with another entity.
πωληθεί σε ή συγχωνευθεί με άλλη οντότητα.
sold to, or merged with another entity.
πωλούνται ή συγχωνεύεται με άλλη οντότητα.
otherwise transferred to another entity, we may transfer Applicant Data as part of that transaction.
άλλως μεταφερθεί σε μια άλλη οντότητα, μπορεί να μεταβιβάσουμε τα Δεδομένα Αιτούντων ως μέρος αυτής της συναλλαγής.
a public authority, a service or another entity processing personal data on behalf of the controller.
η υπηρεσία ή άλλος φορέας που επεξεργάζεται δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα για λογαριασμό του υπευθύνου της επεξεργασίας.
a service or another entity to which personal data are disclosed,
η υπηρεσία ή άλλος φορέας, στα οποία κοινολογούνται τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα,
Another entity that is a related party because the same state has control,
Άλλη οντότητα που είναι συνδεδεμένο μέρος επειδή οι ίδιοι φορείς του Δημοσίου έχουν τον έλεγχο,
Another entity that is a related party because the same government has control,
Άλλη οντότητα που είναι συνδεδεμένο μέρος επειδή οι ίδιοι φορείς του Δημοσίου έχουν τον έλεγχο,
An Entity only manages another Entity if it has discretionary authority to manage the other Entity's assets(either in whole or part).
Μια Οντότητα διαχειρίζεται μια άλλη Οντότητα μόνο εάν διαθέτει τη διακριτική ευχέρεια να διαχειρίζεται τα περιουσιακά στοιχεία της άλλης Οντότητας(εν όλω ή εν μέρει).
However, an Entity does not manage another Entity if it does not have discretionary authority to manage the Entity's assets(in whole or part).
Εντούτοις, μια Οντότητα δεν διαχειρίζεται μια άλλη Οντότητα εάν δεν έχει διακριτική εξουσία να διαχειρίζεται τα περιουσιακά στοιχεία της Οντότητας, εν όλω ή εν μέρει.
Delegation of tasks by a competent authority to another entity should only be permitted where it relates to the publication of approved prospectuses.
Η ανάθεση καθηκόντων από μια αρμόδια αρχή σε μια άλλη οντότητα θα πρέπει να επιτρέπεται μόνο όταν αφορά τη δημοσίευση εγκεκριμένων ενημερωτικών δελτίων.
(a) it does not control another entity even though it holds more than half of the voting rights of the other entity..
Ελέγχει μια άλλη οικονομική οντότητα, παρόλο που κατέχει κάτω από το ήμισυ των δικαιωμάτων ψήφου της άλλης οικονομικής οντότητας..
However, an entity does not manage another entity if it does not have the discretionary authority to manage the latter entity's assets either in whole or in part.
Εντούτοις, μια Οντότητα δεν διαχειρίζεται μια άλλη Οντότητα εάν δεν έχει διακριτική εξουσία να διαχειρίζεται τα περιουσιακά στοιχεία της Οντότητας, εν όλω ή εν μέρει.
Controls another entity even though it holds less than half of the voting rights.
Ελέγχει μια άλλη οικονομική οντότητα, παρόλο που κατέχει κάτω από το ήμισυ των δικαιωμάτων ψήφου της άλλης οικονομικής οντότητας..
financial liabilities with another entity under conditions that are potentially unfavourable to the entity; or.
χρηματοοικονομικών υποχρεώσεων με μια άλλη οντότητα υπό συνθήκες που είναι πιθανώς δυσμενείς για την οντότητα, ή.
(d) an interest in another entity that is accounted for in accordance with AASB 9 Financial Instruments.
Μια συμμετοχή σε μια άλλη οικονομική οντότητα που αντιμετωπίζεται λογιστικά σύμφωνα με τα ΔΠΧΑ 9 Χρηματοοικονομικά Μέσα.
An interest in another entity refers to contractual
Β7 Μια συμμετοχή σε άλλη οικονομική οντότητα αναφέρεται σε συμβατική
If a user visits a website and another entity sets a cookie through that website this would be a third-party cookie.
Εάν ένας χρήστης επισκέπτεται έναν ιστότοπο και μια άλλη οντότητα θέτει ένα cookie μέσω αυτού του ιστότοπου, πρόκειται για cookie τρίτου μέρους.
When revealing unreliable data to the declarant or another entity that is related to transactions,
Όταν αποκαλύπτονται αναξιόπιστα δεδομένα στον διασαφιστή ή σε άλλη οντότητα που σχετίζεται με συναλλαγές,
C Some financial instruments include a contractual obligation for the issuing entity to deliver to another entity a pro rata share of its net assets only on liquidation.
Γ Κάποια χρηματοοικονομικά μέσα περιλαμβάνουν συμβατική δέσμευση για την εκδούσα οικονομική οντότητα, να παραδώσει σε άλλη οικονομική οντότητα, αναλογικό μερίδιο των καθαρών περιουσιακών της στοιχείων μόνο σε περίπτωση εκκαθάρισης.
Results: 229, Time: 0.045

Word-for-word translation

Top dictionary queries

English - Greek