CONSIDERABLE EXPERIENCE in Greek translation

[kən'sidərəbl ik'spiəriəns]
[kən'sidərəbl ik'spiəriəns]
σημαντική πείρα
αξιόλογη εμπειρία
αξιοσημείωτη εμπειρία
αξιόλογη πείρα
σημαντικής εμπειρίας

Examples of using Considerable experience in English and their translations into Greek

{-}
  • Colloquial category close
  • Official category close
  • Medicine category close
  • Ecclesiastic category close
  • Financial category close
  • Official/political category close
  • Computer category close
He gained considerable experience by following up young patients with painful, non-arthritic hip,
Απέκτησε σημαντική εμπειρία παρακολουθώντας ασθενείς με νεανικό επώδυνο μη-αρθριτικό ισχίο,
Miss Farrow, who as a comparative psychobiologist has had considerable experience taming wild beasts,
Η δεσποινίς Φάροου, η οποία σαν συγκριτική ψυχοβιολόγος έχει μεγάλη εμπειρία στο να δαμάζει άγρια θηρία,
How wise you are if you associate with fellow believers who have considerable experience in serving Jehovah
Πόσο σοφό θα ήταν να συναναστρέφεστε με ομοπίστους που έχουν μεγάλη πείρα στην υπηρεσία του Ιεχωβά
AT has considerable experience in the management and implementation of complex software application using open source technologies and tools.
Η ΑΤ έχει σημαντική εμπειρία στη διαχείριση και υλοποίηση σύνθετων εφαρμογών λογισμικού, χρησιμοποιώντας τεχνολογίες και εργαλεία ανοιχτού κώδικα.
Alternatively, a way forward may be found through the Commission's considerable experience of capacity building programmes in trade
Μια εναλλακτική οδός θα ήταν να αξιοποιηθεί η σημαντική πείρα της Επιτροπής σε προγράμματα δημιουργίας ικανοτήτων στον τομέα του εμπορίου
The Ionian University has considerable experience in implementing and managing large scale collaborative projects despite its relatively small life-time and size.
Το Ιόνιο Πανεπιστήμιο έχει αξιόλογη εμπειρία στην εφαρμογή και διαχείριση συνεργατικών έργων μεγάλης κλίμακας, παρά τη σχετικά μικρή διάρκεια ζωής και το μικρό του μέγεθος.
He has considerable experience of both institutions, fortunately,
Ευτυχώς έχει μεγάλη πείρα και των δύο αυτών θεσμικών οργάνων,
Clean Energy's engineering team has considerable experience in thermal cycle calculations as well for industrial applications as for R&D purposes.
H ομάδα μηχανικών της Clean Energy έχει μεγάλη εμπειρία στους υπολογισμούς θερμικών κύκλων για εφαρμογές βιομηχανικής κλίμακας και σε για ερευνητικές δραστηριότητες.
has considerable experience in the textile sector
ιδρύθηκε το 1975, διαθέτει σημαντική πείρα στον τομέα της κλωστοϋφαντουργίας
Surgeons in this category likely have considerable experience because they perform enough procedures to support a center of their own.
Οι χειρουργοί αυτής της κατηγορίας έχουν πιθανώς σημαντική εμπειρία επειδή εκτελούν αρκετές διαδικασίες για να στηρίξουν ένα δικό τους κέντρο.
He acquired considerable experience in the area of Public Administration due to his administrative work on several hospitals of the National Health Service(NHS) in South Wales.
Απέκτησε ιδιαίτερη εμπειρία στη δημόσια διοίκηση κατά την εργασία του στη διοίκηση αρκετών νοσοκομείων του Εθνικού Συστήματος Υγείας(NHS) του ΗΒ.
It has considerable experience in working with Roma
Διαθέτει αξιόλογη εμπειρία στη συνεργασία με ομάδες Ρομά,
Clean Energy's engineering team has considerable experience in the calculation of the main equipment
Η ομάδα μηχανικών της Clean Energy έχει μεγάλη εμπειρία στους υπολογισμούς του βασικού εξοπλισμού
After considerable experience in the Egyptian Red Sea,
Μετά από σημαντική εμπειρία στην Αιγυπτιακή Ερυθρά Θάλασσα,
HU/A. EST/FIN: These are land frontiers with established crossborder structures and considerable experience in programming and implementation.
Πρόκειται για χερσαία σύνορα με καθιερωμένες διασυνοριακές δομές και σημαντική πείρα στον σχεδιασμό και την υλοποίηση προγραμμάτων.
In 20 years the Computer Centre at the Ispra Establishment has acquired considerable experience in the field of processing scientific problems.
Σε 20 έτη, το Κέντρο Μηχανοργάνωσης του ιδρύματος της Ispra απέκτησε μια μεγάλη πείρα στον τομέα της επεξεργασίας επιστημονικών προβλημάτο> ν.
Droplet dynamics CFD Simulations Clean Energy's specialists have a considerable experience in the simulation of industrial boilers and plant components.
Το εξειδικευμένο προσωπικό της Clean Energy διαθέτει αξιοσημείωτη εμπειρία στις προσομοιώσεις βιομηχανικών λεβήτων και άλλων στοιχείων του σταθμού.
The private sector has considerable experience with tools aimed at influencing consumer food choice.
Ο ιδιωτικός τομέας έχει ιδιαίτερη εμπειρία με εργαλεία που στοχεύουν στον επηρεασμό των διατροφικών επιλογών των καταναλωτών.
In the field of engineering services the company has considerable experience in the following tasks,
Στον τομέα των υπηρεσιών μηχανικού, η εταιρεία έχει μεγάλη εμπειρία στα ακόλουθα πεδία,
an academic with key expertise in the relevant fields and considerable experience in running similar programmes, has been appointed as the Programme Director.
πανεπιστημιακός με καίρια γνώση στους τομείς που θα καλυφθούν και σημαντική πείρα στην διαχείριση αντίστοιχων προγραμμάτων.
Results: 254, Time: 0.0493

Word-for-word translation

Top dictionary queries

English - Greek