DIFFERENTIATED in Greek translation

[ˌdifə'renʃieitid]
[ˌdifə'renʃieitid]
διαφοροποίησης
diversification
differentiation
variation
diversity
modulation
difference
distinction
change
divergence
differential
διαφορετικές
different
diverse
distinct
διαχωριζόμενες
differentiated
separated
διαφοροποιημένους
differentiated
diversified
diverse
different
διαχωριζόμενων
differentiated
separated
διαφοροποιηµένων
differentiated
διακρίνεται
i see
i discern
i distinguish
i can tell
i can
διαφοροποιούσαν
differentiated
διαφοροποιούμενη
differentiated
differing
diversifying

Examples of using Differentiated in English and their translations into Greek

{-}
  • Colloquial category close
  • Official category close
  • Medicine category close
  • Ecclesiastic category close
  • Financial category close
  • Official/political category close
  • Computer category close
Differentiated appropriations carried over by Commission decision.
Διαχωριζόμενες πιστώσεις μεταφερόμενες με απόφαση της Επιτροπής.
We have to have a differentiated idea.
Πρέπει να έχουμε μια διαφοροποιημένη ιδέα.
CP: payment appropriations in a system of differentiated appropriations.
ΠΠ: πιστώσεις πληρωμών στο πλαίσιο καθεστώτος διαχωριζόμενων πιστώσεων.
CD56-NCAM: Negative(even in poorly differentiated pattern).
CD56-NCAM: Αρνητικό(ακόμη και σε χαμηλής διαφοροποίησης μοτίβο).
Differentiated appropriations carried over from 1996 in respect to contributions by third parties.
Διαχωριζόμενες πιστώσεις μεταφερθείσες από το 1996 και σχετικές με συμμετοχές τρίτων.
Insole: With differentiated structure.
Εσωτερική σόλα: Με διαφοροποιημένη δομή.
The Agency used global commitments to justify an automatic carryover of non differentiated appropriations.
Ο Οργανισμός χρησιμοποίησε συνολικές δεσμεύσεις για να δικαιολογήσει την αυτόματη μεταφορά μη διαχωριζόμενων πιστώσεων.
Small round cell Tumours”(e.g. Ewing sarcoma)- in poor differentiated synovial sarcoma.
Όγκοι μικρών στρογγυλών κυττάρων”(π.χ. σάρκωμα Ewing)- σε χαμηλής διαφοροποίησης συνοβιακό σάρκωμα.
Differentiated appropriations(multiannual operations).
Διαχωριζόμενες πιστώσεις(ενέργειες πολυετούς προϋπολογισμού).
Second, differentiated development.
Δεύτερον, διαφοροποιημένη ανάπτυξη.
AE1/AE3: Positive- also positive in poorly differentiated pattern.
AE1/AE3:Θετικές- επίσης θετικές σε χαμηλής διαφοροποίησης μοτίβο.
Differentiated appropriations Current year's appropriations carried over Appropriations carried over again.
Διαχωριζόμενες πιστώσεις Μεταφερθείσες πιστώσεις του οικονομικού έτους Εκ νέου μεταφορές.
Padding in non-deformable polyurethane foam with differentiated density.
Επένδυση από αφρό πολυουρεθάνης που δεν παραμορφώνεται με διαφοροποιημένη πυκνότητα.
Differentiated appropriations(multiannua operations).
Διαχωριζόμενες πιστώσεις(ενέργειες πολυετούς προϋπολογισμού).
What is differentiated teaching?→.
Τι είναι η διαφοροποιημένη διδασκαλία;
Differentiated appropriations(multiannual operations).
Διαχωριζόμενες πιστώσεις(πράξεις πολυετούς προϋπο) ογισμού.
A balanced and differentiated approach.
Μια ισορροπημένη και διαφοροποιημένη προσέγγιση.
The Golgi apparatus is well differentiated.
Η συσκευή Golgi είναι καλά διαφοροποιημένη.
Commission: non-differentiated appropriations differentiated appropriations.
Επιτροπή: Μη διαχωριζόμενες πιστώσεις Διαχωριζόμενες πιστώσεις.
Develop proficiencies in academic planning and differentiated instruction.
Ανάπτυξη ικανοτήτων στον ακαδημαϊκό σχεδιασμό και στην διαφοροποιημένη διδασκαλία.
Results: 1679, Time: 0.1248

Top dictionary queries

English - Greek