INSTIGATE in Greek translation

['instigeit]
['instigeit]
προκαλούν
challenge
dare
i defy
cause
provoke
i'm inflicting
ξεκινήστε
i start
i begin
commencing
initiating
i'm launching
υποκίνησης
incitement
stimulation
instigation
motivation
incite
stimulating
instigating
abetting
fomenting
να υποκινηθεί
to stimulate
instigate
to incite

Examples of using Instigate in English and their translations into Greek

{-}
  • Colloquial category close
  • Official category close
  • Medicine category close
  • Ecclesiastic category close
  • Financial category close
  • Official/political category close
  • Computer category close
how the Soviet Union helped Nazi Germany instigate the Holocaust.
πώς η Σοβιετική Ενωση βοήθησε τη ναζιστική Γερμανία να υποκινήσει το Ολοκαύτωμα.
and also instigate the ovaries to produce more hormones- specifically estrogen and progesterone[1].
και επίσης ενθαρρύνουν την παραγωγή περισσότερων ορμονών από τις ωοθήκες- ιδιαιτέρως οιστρογόνων και προγεστερόνης[1].
depth of the reflection it may instigate, in terms of the program goals.
το βάθος του προβληματισμού που μπορεί να προκαλέσει, ως προς τους στόχους του προγράμματος.
managers who will be able to manage major improvement programmes or instigate intervention that delivers improvements to the performance of their aerospace manufacturing businesses.
διαχειριστές οι οποίοι θα είναι σε θέση να διαχειριστεί μεγάλα προγράμματα βελτίωσης ή υποκινήσει την παρέμβαση που παρέχει βελτιώσεις στην απόδοση της αεροδιαστημικής επιχειρήσεων παραγωγής τους.
Older adults also tend to have a drop off in the kind of antibodies that instigate allergic responses,
Οι μεγαλύτεροι ενήλικες τείνουν επίσης να αποβάλλουν το είδος των αντισωμάτων που προκαλούν αλλεργικές αντιδράσεις,
For many years, the Greek Cypriots and the Greeks have resorted to every possible mean to propagate fear and instigate violence with the aim of expelling the Turkish Cypriots from the Island of Cyprus through ethnically-motivated attacks.
Το δίδυμο Ελλήνων και Ρωμιών για πολλά χρόνια δοκίμασαν κάθε μέθοδο διασποράς φόβου και υποκίνησης βίας, με στόχο να εξωθήσουν τους Τούρκους από το νησί της Κύπρου, μέσω εθνοκάθαρσης.
Different actors- including states, criminal groups and hacktivists- instigate cyber incidents, moved by different motives.
Διάφοροι παράγοντες- μεταξύ άλλων, κράτη, εγκληματικές ομάδες και ακτιβιστές χάκερ- ωθούμενοι από διαφορετικά κίνητρα, προκαλούν κυβερνοπεριστατικά, των οποίων ο αντίκτυπος γίνεται αισθητός σε εθνικό,
aggravate differences within Iraqi society and instigate civil strife.
να επιδεινωθούν οι διαφορές μέσα στην ιρακινή κοινωνία και να υποκινηθεί εμφύλιο πόλεμος.
aggravate differences within Iraqi society, and instigate civil strife.”.
να επιδεινωθούν οι διαφορές μέσα στην ιρακινή κοινωνία και να υποκινηθεί εμφύλιο πόλεμος.
The CIA and MI6 would instigate internal uprisings,
Η CIA και η MI6 θα υποκινούσε εσωτερικές εξεγέρσεις,
The plan would instigate internal uprisings,
Η CIA και η MI6 θα υποκινούσε εσωτερικές εξεγέρσεις,
The CIA and MI6 would instigate internal uprisings,
Η CIA και η MI6 θα υποκινούσε εσωτερικές εξεγέρσεις,
The Guardian article also revealed that"the CIA and MI6 would instigate internal uprisings,
Η CIA και η MI6 θα υποκινούσε εσωτερικές εξεγέρσεις,
Any escalation in Syria may also instigate unrest elsewhere in the region,
Οποιαδήποτε κλιμάκωση στη Συρία μπορεί να προκαλέσει επίσης αναταραχές σε άλλα μέρη της περιοχής,
Any escalation in Syria may also instigate unrest elsewhere in the region,
Οποιαδήποτε κλιμάκωση στη Συρία μπορεί να προκαλέσει επίσης αναταραχές σε άλλα μέρη της περιοχής,
With their money they were able to control imperialistic countries and instigate them to colonize many countries in order to enable them to exploit their resources
Με τα χρήματά τους μπορούσαν να ελέγξουν τις ιμπεριαλιστικές χώρες και να τις παροτρύνουν να εποικίσουν πολλές χώρες για να εκμεταλλευτούν τους πόρους τους
exhibiting works that instigate meanings and renewed looks- either through parts of established artists,
παρουσιάζουν τα έργα που υποκινούν έννοιες και ανανεωμένη εμφάνιση- είτε μέσω τμήματα των καθιερωμένων καλλιτεχνών,
So many instigate, assist, or sanction the commission of every one of these actions that no one who has a hand in them feels himself morally responsible for it.
Τόσοι πολλοί υποκινούν, συνδράμουν ή πιστοποιούν την εγκυρότητα της εντολής/της δεσμεύσεως(commission) κάθε μιας εκ των πράξεων αυτών που κανείς που έβαλε σε αυτές το χεράκι του και τις άγγιξε δεν αισθάνεται ο ίδιος ηθικά υπεύθυνος.
conventional conflict that could instigate an unintended military confrontation with China
μιας συμβατικής σύγκρουσης που θα μπορούσε να υποκινήσει μια ακούσια στρατιωτική αντιπαράθεση με την Κίνα
So many instigate, assist, or sanction the commission of every one of these actions that no one who has a hand in them feels himself morally responsible….
Τόσοι πολλοί υποκινούν, συνδράμουν ή πιστοποιούν την εγκυρότητα της εντολής/της δεσμεύσεως(commission) κάθε μιας εκ των πράξεων αυτών που κανείς που έβαλε σε αυτές το χεράκι του και τις άγγιξε δεν αισθάνεται ο ίδιος ηθικά υπεύθυνος.
Results: 67, Time: 0.1786

Top dictionary queries

English - Greek