MUTTER in Greek translation

['mʌtər]
['mʌtər]
mutter
μάτερ
matter
mater
mutter
mather
μουρμούρισμα
murmur
muttering
humming
mumbling

Examples of using Mutter in English and their translations into Greek

{-}
  • Colloquial category close
  • Official category close
  • Medicine category close
  • Ecclesiastic category close
  • Financial category close
  • Official/political category close
  • Computer category close
mournful mutter of the battlefield.
πένθιμη mutter στο πεδίο της μάχης.
Turtle- Magic Mountain” by Heike Mutter and Ulrich Genth is accessible for the public.
το Turtle- Magic Mountain» από Heike Mutter και Ulrich Genth είναι προσβάσιμη για το κοινό.
Turtle Magic Mountain" by Heike Mutter and Ulrich Genth was opened in 2011.
το Turtle- Magic Mountain» από Heike Mutter και Ulrich Genth είναι προσβάσιμη για το κοινό.
Pollard is just one symptom of the asymmetrical relationship that makes many mutter“wag the dog” whenever the subject of Israel comes up.
Ο Pollard είναι μόνο ένα σύμπτωμα της ασύμμετρης σχέσης, που να κάνει πολλούς να μουρμουρίζουν"κουνάει την ουρά του το σκυλί", κάθε φορά που το θέμα κατασκοπείας του Ισραήλ έρχεται στην επικαιρότητα.
If it's a boy, you will hear them mutter politely that,'Whatever God gives us is quite all right.'".
Αν είναι αγόρι θα τους ακούσεις να μουρμουρίζουν ευγενικά"Ο, τι μας δίνει ο θεός είναι εντάξει"».
Astrological traditionalists mutter irritably about the'black chart'(from all the printer ink)
Οι παραδοσιακοί αστρολόγοι μουρμουρίζουν εκνευρισμένοι για το'μαύρο chart'(από τα πάρα πολλά μελάνια,
Even though the religious leaders and those who follow them mutter and complain about Jesus' attention to persons like Zacchaeus, Jesus continues to look for
Αν και οι θρησκευτικοί ηγέτες και όσοι τους ακολουθούν μουρμουρίζουν και παραπονιούνται για την προσοχή που δείχνει ο Ιησούς σε άτομα όπως ο Ζακχαίος,
unto wizards that peep, and that mutter: should not a people seek unto their God?
Ρωτήστε εκείνους που έχουν πνεύμα μαντείας, και τους νεκρομάντεις, αυτούς που μορμυρίζουν και ψιθυρίζουν, να αποκριθείτε: Ο λαός δεν θα ρωτήσει τον Θεό του;?
the benefit of hindsight, mind you- shake their heads, and mutter"Humanity was so blind…".
και«ανθρωπιστές» κοιτάζουν πίσω- με το πλεονέκτημα της ύστερης γνώσης πάντοτε- κουνούν τα κεφάλια τους και ψιθυρίζουν,«Πόσο τυφλή ήταν τότε η ανθρωπότητα!».
the benefit of hindsight, mind you- shake their heads, and mutter"Humanity was so blind…".
και«ανθρωπιστές» κοιτάζουν πίσω- με το πλεονέκτημα της ύστερης γνώσης πάντοτε- κουνούν τα κεφάλια τους και ψιθυρίζουν,«Πόσο τυφλή ήταν τότε η ανθρωπότητα!» Αλλά κι οι ίδιοι το ίδιο τυφλοί είναι.
Always muttering.
Πάντα μουρμουρίζουν.
Muttering Come on.
Μουρμούρισμα ερχόμενος επάνω.
Indistinct muttering.
Δυσδιάκριτο μουρμούρισμα.
Incoherent muttering.
Ασυνάρτητο μουρμούρισμα.
Guy in the store just kept muttering about someone named Happ.
Ο τύπος στο μαγαζί έλεγε συνέχεια για κάποιον ονόματι Χαπ.
Stupid football," mutters the 83-year-old resident of Allentown, Pennsylvania.
Ηλίθιο ποδόσφαιρο» μουρμουρίζει ο 83χρονος κάτοικος του Αλεντάουν της Πενσιλβανίας.
Me too,” muttered under her breath.
Κι εγώ», ψιθύρισε εκείνη με κομμένη την ανάσα.
Someone mutters and the street lamp sputters.
Κάποιος μουρμουρίζει κι η λάμπα του δρόμου αναβοσβήνει.
The scoundrel!" muttered lawyer Paxton in his beard.
Τον αχρείο!» μουρμούρισε ο δικηγόρος Πάξτον μέσα από τα γένια του.
The child muttered over a handful of dust and spit.
Το παιδί μουρμούρισε πάνω από μια χούφτα χώματος και σάλιου.
Results: 47, Time: 0.0677

Top dictionary queries

English - Greek