TIMIDITY in Greek translation

[ti'miditi]
[ti'miditi]
δειλία
cowardice
cowardly
timidity
shyness
cowardliness
ατολμία
timidity
diffidence
cowardice
spinelessness
ντροπαλότητα
shyness
shame
timidity
shy
συστολή
contraction
shyness
constriction
systole
tightening
retraction
contractility
bashfulness
coyness
timidity
ατολμίας
timidity
diffidence
cowardice
spinelessness
δειλίας
cowardice
cowardly
timidity
shyness
cowardliness

Examples of using Timidity in English and their translations into Greek

{-}
  • Colloquial category close
  • Official category close
  • Medicine category close
  • Ecclesiastic category close
  • Financial category close
  • Official/political category close
  • Computer category close
are still paying dearly the era of timidity, of postponement and of spasmodic policies.".
πληρώνουμε ακόμη ακριβά την εποχή της ατολμίας, της αναβλητικότητας, των αποσπασματικών πολιτικών και των ευκαιριών αναζητήσεων".
Theoretical audacity in general constructions went hand in hand with amazing timidity as regards certain very minor reforms in office routine.
Η θεωρητική τολμηρότητα στις γενικές κατασκευές πήγαινε χέρι-χέρι με την εκπληκτική ατολμία σε ό, τι αφορά ορισμένες πολύ μικρής σημασίας μεταρρυθμίσεις στη ρουτίνα των γραφείων.
Ironically it is boldness, not timidity, that has brought Mrs Merkel the greatest challenge of her time in office.
Κατά ειρωνεία, η τόλμη, και όχι η δειλία, έφερε στη Μέρκελ τη μεγαλύτερη πρόκληση της περιόδου της θητείας της.
Fall victim to torpor and timidity." Torpor is not a word a lot of people know.
Πέφτουν θύμα χαύνωσης και δειλίας". Η χαύνωση δεν είναι λέξη που γνωρίζει ο κόσμος.
These confusions make us forget that the success of the fascists is precisely the product of the timidity of the radical left.
Με τέτοιες συγχύσεις να δημιουργούνται, λησμονούμε ότι η επιτυχία των φασιστών είναι ακριβώς προϊόν της ατολμίας της ριζοσπαστικής Αριστεράς.
About the timidity of Europe when faced with the situation of Mediterranean countries which long to have their rights respected,
Για την ατολμία της Ευρώπης όταν έρχεται αντιμέτωπη με την κατάσταση των μεσογειακών χωρών που επιδιώκουν διακαώς να εξασφαλίσουν τον σεβασμό των δικαιωμάτων τους
American Intelligence data bases, in contrast, illustrate the timidity and incoherence of American policy.
οι βάσεις δεδομένων των αμερικανικών υπηρεσιών πληροφοριών επιδεικνύουν τη δειλία και την έλλειψη συνοχής της αμερικανικής πολιτικής.
And the sense of sin which is thus artificially implanted is one of the causes of cruelty, timidity, and stupidity in later life.
Και η αίσθηση της αμαρτίας που εμφυτεύεται, έτσι τεχνητά, είναι μια από τις αιτίες της σκληρότητας, δειλίας και βλακείας στην μετέπειτα ζωή του.
These confusions cause us to forget that the success of the fascists is precisely the product of the timidity of the radical left.
Με τέτοιες συγχύσεις να δημιουργούνται, λησμονούμε ότι η επιτυχία των φασιστών είναι ακριβώς προϊόν της ατολμίας της ριζοσπαστικής Αριστεράς.
The timidity in defending Greek interests with the troika
Η ατολμία στην υπεράσπιση των ελληνικών συμφερόντων απέναντι στην τρόικα
boys learn a healthy balance between timidity and aggression.
θα διδάξουν στα παιδιά την υγιή ισορροπία ανάμεσα στην δειλία και την επιθετικότητα.
The best that can be said for this timidity is that low deficits now put most member countries in a safe place to loosen the purse strings.
Το καλύτερο που μπορούμε να πούμε για αυτή την ατολμία είναι πως τα χαμηλά ελλείμματα τώρα φέρνουν τα περισσότερα κράτη-μέλη σε μια ασφαλή θέση να«ανοίξουν το πουγκί» τους.
A Bernese Mountain Dog puppy needs lots of socialization so that his natural caution does not become timidity.
Ένα κουτάβι Μπερνίζ χρειάζεται πολύ κοινωνικοποίηση, έτσι ώστε η επιφυλακτικότητά του να μη γίνει δειλία.
This handicap can be surmounted and timidity translated into courage through the aid of the principle of auto-suggestion.
Αυτή η«αναπηρία» μπορεί να κατανικηθεί και η ατολμία να μετασχηματιστεί σε θάρρος με τη βοήθεια της αρχής της αυθυποβολής.
What we in London have to fear is timidity and a reluctance to act boldly.
Aυτό που πρέπει να φοβόμαστε εμείς στο Λονδίνο είναι η δειλία και ο δισταγμός να δράσουμε δυναμικά.
Mitterrand's financial illiteracy and Delors's timidity.
τον οικονομικό αναλφαβητισμό του Μιτεράν, την ατολμία του Ντελόρ.
because in any case there is no room for timidity.
σε οποιαδήποτε περίπτωση δεν υπάρχει χώρος για δειλία.
This can be done only by separating the proletarian, the Communist, party, by waging a proletarian class struggle free from the timidity of those petty bourgeois.
Μόνο με το διαχωρισμό του προλεταριακού, κομμουνιστικού κόμματος, με την απαλλαγμένη από την ατολμία αυτών των μικροαστών προλεταριακή ταξική πάλη.
shows no aggression or timidity.
δεν παρουσιάζει επιθετικότητα ή δειλία.
to an astonishing degree, with timidity of thought even when it comes to very minor changes.
σε εκπληκτικό βαθμό, με την ατολμία της σκέψης, ακόμα και όταν εμπλέκονται πολύ μικρής σημασίας αλλαγές.
Results: 117, Time: 0.0485

Top dictionary queries

English - Greek