WERE GUILTY in Greek translation

[w3ːr 'gilti]
[w3ːr 'gilti]
ήταν ένοχοι
i'm guilty
i am to blame
είναι ένοχοι
i'm guilty
i am to blame
ήταν ένοχος
i'm guilty
i am to blame
ήσαν ένοχοι
i'm guilty
i am to blame

Examples of using Were guilty in English and their translations into Greek

{-}
  • Colloquial category close
  • Official category close
  • Medicine category close
  • Ecclesiastic category close
  • Financial category close
  • Official/political category close
  • Computer category close
tried to offend, the Croatian nation were guilty of treason- a crime punishable by death.
αποπειρώνταν να προσβάλλουν το Κροατικό έθνος ήταν ένοχοι προδοσίας- έγκλημα που τιμωρείτο με θάνατο.
both the miser and the usurer were guilty of the cardinal sin of avarice
τόσο ο φιλάργυρος και ο τοκογλύφος ήταν ένοχος για την προπατορικό αμάρτημα της απληστίας
pundits or journalists) were guilty of fighting the last war.
Βασιλείου(είτε ως δημοσκόποι είτε ως αυθεντίες είτε ώς δημοσιογράφοι) είναι ένοχοι.
Jesus knew that the religious leaders in his day were guilty of such deception.
(Ωσηέ 4:9) Ο Ιησούς γνώριζε ότι οι θρησκευτικοί ηγέτες της εποχής του ήταν ένοχοι τέτοιας εξαπάτησης.
They were guilty of stealing, because they took what their Creator said was not theirs.
Αυτοί ήσαν ένοχοι κλοπής, διότι έλαβαν αυτό που είπε ο Δημιουργός των ότι δεν ήταν δικό τους.
But it seems to me if Miguel were guilty, wouldn't he have taken the weapon with him to the boat, Henry?
Αν ο Miguel ήταν ένοχος, δε θα έπαιρνε το όπλο στη βάρκα, Henry;?
despite the many insights they have to offer, were guilty of overreach….
παρά τις πολλές ιδέες που έχουν να προσφέρουν, είναι ένοχοι για υπερβολή.
including Albert Parsons, were guilty by their association with Chicago's anarchist press.
συμπεριλαμβανομένου του Albert Parsons, ήταν ένοχοι λόγω της διασύνδεσής τους με τον αναρχικό Τύπο του Σικάγο.
Others argue that Julius and Ethel were guilty, with Ethel playing a minor role,
Άλλοι υποστηρίζουν ότι ο Julius και η Ethel ήσαν ένοχοι, με την Ethel να διαδραματίζει μικρό ρόλο,
posing as a faithful“wife” were guilty of many sins.
επρόβαλλε ως πιστή«σύζυγος», ήταν ένοχος πολλών αμαρτιών.
While Lang ridicules the charges that Beria and his Leninists were guilty of“attempting to restore capitalism”.
Ενώ ο Lang υποβαθμίζει το επίπεδο σοβαρότητας των κατηγοριών ότι ο Beria και οι ομοϊδεάτες του Λενινιστές ήταν ένοχοι«για προσπάθεια παλινόρθωσης του καπιταλισμού».
who hired him and the crowds were guilty of his enemies.
ο οποίος τον προσέλαβε και τα πλήθη ήταν ένοχοι των εχθρών του.
One study even found that jurors were less likely to believe that attractive people were guilty of criminal behavior.
Μια μελέτη διαπίστωσε ακόμη ότι οι ένορκοι ήταν λιγότερο πιθανό να πιστεύουν ότι οι ελκυστικοί άνθρωποι ήταν ένοχοι εγκληματικής συμπεριφοράς.
He carefully showed how media-conjured scares were guilty‘oblique expressions' of the post-liberal refusal to reform real conditions of inequality.
Κατέδειξε προσεκτικά πώς οι φόβοι που ενσπείρουν τα ΜΜΕ είναι ένοχες«έμμεσες εκφράσεις» της άρνησης των νεοφιλελεύθερων να αναμορφώσουν τις πραγματικές συνθήκες ανισότητας.
And Swedish governments were guilty of arbitrarily detaining Assange for continually refusing to guarantee they would not deport him to the United States.
Β και της Σουηδίας είναι ένοχες για αυθαίρετη κράτηση του Assange από τη στιγμή που αρνούνται να εγγυηθούν τη μη έκδοσή του στις ΗΠΑ.
Both of the Greek Trotskyist groups were guilty of the opposite error,
Και οι δύο ελληνικές Τροτσκιστικές ομάδες ήταν ένοχες για το αντίθετο σφάλμα,
I knew that New Zealand sheep were guilty of many things, but I did not realise they ate other sheep,
γνώριζα ότι τα νεοζηλανδικά πρόβατα ήταν ένοχα για πολλά πράγματα, αλλά δεν είχα αντιληφθεί ότι έτρωγαν άλλα πρόβατα,
knew instantaneously which persons were guilty of any given crime
γνώριζαν στιγμιαία ποια άτομα ήταν ένοχα για οποιοδήποτε συγκεκριμένο έγκλημα
The editors found that the paper too often presumed without proof that lynching victims were guilty and that, in doing so, it advanced the aims of white supremacist rule.
Οι συντάκτες διαπίστωσαν ότι η εφημερίδα πάρα πολύ συχνά συμπέραινε, χωρίς αποδείξεις, ότι τα θύματα του λιντσαρίσματος ήταν ένοχα και, έτσι, προωθούσε τους στόχους της λευκής εξτρεμιστικής κυριαρχίας.
This is a free country and to suggest we were guilty of a hate crime for spreading God's word is outrageous.'.
Αυτή είναι μια ελεύθερη χώρα και να θεωρήσουμε τους εαυτούς μας ένοχους για κάποιο έγκλημα μίσους επειδή θέλαμε να διαδώσουμε τον Λόγο του Θεού είναι εξωφρενικό.
Results: 105, Time: 0.0382

Word-for-word translation

Top dictionary queries

English - Greek