WHO EXPLOIT in Greek translation

[huː 'eksploit]

Examples of using Who exploit in English and their translations into Greek

{-}
  • Colloquial category close
  • Official category close
  • Medicine category close
  • Ecclesiastic category close
  • Financial category close
  • Official/political category close
  • Computer category close
extremism is a phenomenon supported by politicians who exploit racism, nationalism
ο εξτρεμισμός είναι ένα φαινόμενο που υποστηρίζεται από πολιτικούς οι οποίοι εκμεταλλεύονται τον ρατσισμό, τον εθνικισμό
I believe that another very important point is the opportunity in future of imposing penalties on employers who exploit illegal immigrants.
ένα ακόμα πολύ σημαντικό σημείο είναι η ευκαιρία στο μέλλον να επιβληθούν κυρώσεις σε εργοδότες οι οποίοι εκμεταλλεύονται παράνομους μετανάστες.
The lush pine forest and the beach is very impressive and attracts thousands of visitors every year, who exploit the sandy beach with their friends
Η πλούσια βλάστηση πευκοδάσους και η μεγάλη εντυπωσιακή παραλία τους προσελκύουν χιλιάδες επισκέπτες κάθε χρόνο, οι οποίοι εκμεταλλεύονται την αμμώδη παραλία για τα μπάνια τους
such as the reading of email by third parties who exploit the contents thereof for commercial purposes.
όπως η ανάγνωση μηνυμάτων ηλεκτρονικής αλληλογραφίας από τρίτους, οι οποίοι εκμεταλλεύονται το περιεχόμενό τους για εμπορικούς σκοπούς.
making them vulnerable to traffickers who exploit their uncertain status,
γεγονός που τους καθιστά ευάλωτους σε διακινητές, οι οποίοι εκμεταλλεύονται το αβέβαιο καθεστώς τους,
the sanctions that must be imposed on employers who exploit workers without rights for their own benefit.
τις κυρώσεις που πρέπει να επιβάλλονται στους εργοδότες οι οποίοι εκμεταλλεύονται εργαζομένους χωρίς δικαιώματα που να εξασφαλίζουν τα δικά τους συμφέροντα.
ever-more-sophisticated cybercriminals, who exploit both weak code
πιο εξελιγμένοι κυβερνοεγκληματίες, οι οποίοι εκμεταλλεύονται και τον αδύναμο κώδικα
the complete separation of payment entitlements from the land on which they were originally generated encouraged investments by operators who have little interest in farming as an activity but who exploit the guaranteed returns that SPS provides.
o πλήρης διαχωρισμός των δικαιωμάτων ενίσχυσης από τη γη από την οποία εκπορεύθηκαν ενθάρρυνε επενδύσεις από φορείς οι οποίοι είχαν μικρό ενδιαφέρον για τη γεωργία ως δραστηριότητα, αλλά που εκμεταλλεύτηκαν τις εγγυημένες αποδόσεις που εξασφαλίζει το ΚΕΕ.
What we are concerned with is the destruction of the titles of the proprietors who exploit the labour of others,
Αυτό που μας ενδιαφέρει είναι η καταστροφή των τίτλων των ιδιοκτητών, οι οποίοι εκμεταλλεύονται την εργασία των άλλων και, προ πάντων,
You look like a man who exploits women for a living, Mr. Rimaldi.
Μοιάζετε με άνθρωπο που εκμεταλλεύεται γυναίκες, κύριε Ριμάλντι.
That's my credo: never inconvenience or upset a weasel who exploits people.
Αυτό είναι η πιστεύω μου…"Ποτέ μην ενοχλείς ή νευριάζεις μια νυφίτσα που εκμεταλλεύεται ανθρώπους.".
do I look like a guy who exploits women?
μοιάζω με τύπο που εκμεταλλεύεται τις γυναίκες?
It wasn'tjust men who exploited the situation they found themselves in- women did as well.
Δεν ήταν μόνο οι άντρες που εκμεταλλευόταν την κατάσταση… αλλάκαιοι γυναίκες.
He was someone who exploited his fellows.
Ήταν άνθρωπος που εκμεταλλευόταν τους συνανθρώπους του.
What is there to debate about a woman who exploited children?
Τί να πει κανείς για μια γυναίκα που εκμεταλλευόταν παιδιά;?
the Middle East who exploited the flow of immigrants from Syria to invade Europe as"refugees".
τη Μέση Ανατολή που εκμεταλλεύονται τη ροή μεταναστών από τη Συρία για να περάσουν στην Ευρώπη ως"πρόσφυγες"».
Kaczyński is a populist who exploits workers' anger at the PO-led ruling elite.
Ο Καζίνσκι είναι ένας λαϊκιστής που εκμεταλλεύεται την δυσαρέσκεια των εργαζομένων απέναντι στην κυβερνητική ελίτ της ΡΟ.
They envisioned a time when the will of the American voters would be spat on by the politicians who exploited our electoral process.
Οραματίστηκαν το χρόνο, που η ψήφος των Αμερικανών ψηφοφόρων, θα ερχόταν σε αντίθεση με πολιτικούς που εκμεταλλεύονται την εκλογική διαδικασία.
Daniel Plainview is a man dedicated to the oil business who exploits landowners by buying them at low prices.
Ο Daniel Plainview είναι ένας άνθρωπος αφιερωμένος στην επιχείρηση πετρελαίου που εκμεταλλεύεται τους ιδιοκτήτες γης με την αγορά τους σε χαμηλές τιμές.
An attacker who exploits a separate vulnerability could cause Internet Explorer to run script code in the security context of the Internet zone.
Ένας εισβολέας που εκμεταλλεύεται μια ξεχωριστή ευπάθεια θα μπορούσε να κάνει τον Internet Explorer να εκτελέσει δέσμες ενεργειών στο περιβάλλον ασφαλείας της ζώνης Internet.
Results: 90, Time: 0.0395

Word-for-word translation

Top dictionary queries

English - Greek