BASED PRIMARILY in Greek translation

[beist 'praimərəli]
[beist 'praimərəli]
με βάση κυρίως
based mainly
based primarily
based mostly
particularly in the light of
βασίζεται κατά κύριο λόγο
βασισμένη πρωταρχικά
βασισμένη κυρίως
βασισμένο κυρίως
βασισμένη πρωτίστως
πρωτίστως βασιζόμενα
στηρίζεται πρωταρχικά

Examples of using Based primarily in English and their translations into Greek

{-}
  • Colloquial category close
  • Official category close
  • Medicine category close
  • Ecclesiastic category close
  • Financial category close
  • Official/political category close
  • Computer category close
The emergence of natural law ideas in the Early Modern Period gave rise therefore to the new idea of a general law of contract unhampered by formal requirements, and based primarily on the intentions and the consensus of the parties.
Το φυσικό δίκαιο οδήγησε επομένως στη νέα ιδέα ενός γενικού νόμου της σύμβασης που παρακωλύεται από τυπικές απαιτήσεις και βασίζεται κυρίως στις προθέσεις και τη συναίνεση των μερών.
which establishes the Member State responsible for examining an asylum application based primarily on the first point of irregular entry.
που καθιστά κάθε Κράτος-Μέλος υπεύθυνο για την εξέταση των αιτήσεων ασύλου και βασίζεται κατά κύριο λόγο στο σημείο που γίνεται αρχικά η παράτυπη είσοδος.
The DHL report is based primarily on research and in-depth interviews by a global management consultancy,
Η έκθεση είναι βασισμένη, πρωτίστως, πάνω σε έρευνα και σε συνεντεύξεις, οι οποίες διενεργήθηκαν από μια πρωτοπόρο,
national levels, based primarily on trafficking cases detected between 2014 and 2016.
εθνικό επίπεδο, βασισμένη πρωταρχικά στα περιστατικά εμπορίας και διακίνησης ανθρώπων μεταξύ των ετών 2012 και 2014.
form it will take, a matter based primarily on rules, but also concern its content.
δεν περιορίζονται μόνο στη μορφή που θα πρέπει να έχει, και που βασίζεται κυρίως σε κανόνες, αλλά αφορούν επίσης και το περιεχόμενο της.
The report is based primarily on research and in-depth interviews conducted by a leading global management consultancy,
Η έκθεση είναι βασισμένη, πρωτίστως, πάνω σε έρευνα και σε συνεντεύξεις, οι οποίες διενεργήθηκαν από μια πρωτοπόρο, σε παγκόσμιο επίπεδο,
diagnostic tools were developed based primarily on observations of behaviors in boys.
τα περισσότερα διαγνωστικά εργαλεία αναπτύχθηκαν πρωτίστως βασιζόμενα στην παρατήρηση συμπεριφορών των αγοριών.
national levels, based primarily on trafficking cases detected between 2012 and 2014.
εθνικό επίπεδο, βασισμένη πρωταρχικά στα περιστατικά εμπορίας και διακίνησης ανθρώπων μεταξύ των ετών 2012 και 2014.
instead of a concept based primarily on military balances of power.
αντί για την παραδοσιακή αντίληψη που στηρίζεται πρωταρχικά στη στρατιωτική ισορροπία δυνάμεων.
diagnostic tools were developed based primarily on observations of behaviors in boys.
τα περισσότερα διαγνωστικά εργαλεία αναπτύχθηκαν πρωτίστως βασιζόμενα στην παρατήρηση συμπεριφορών κυρίως σε αγόρια.
instead of a concept based primarily on military balances of power.
αντί για την παραδοσιακή αντίληψη που στηρίζεται πρωταρχικά στη στρατιωτική ισορροπία δυνάμεων.
my own work, based primarily on expanding a critique of domestication
η προσωπική μου δουλειά, βασισμένη κυρίως στην επέκταση της κριτικής στην εξημέρωση
the revenues of the State will be based primarily on indirect taxes on sales(excluding the basic goods like food,
σύστημα θα καταργηθεί και τα έσοδα του κράτους θα βασίζονται κυρίως σε έμμεσους φόρους επί των πωλήσεων(εξαιρουμένων των ειδών πρώτης ανάγκης,
useful your ad is to the user, based primarily on your ad's CTR,
χρήσιμη είναι η διαφήμισή σας για τον χρήστη, βασισμένη κυρίως στο CTR της διαφήμισής σας,
Based primarily on Linux/Gafgyt's telnet scanning,
Βασισμένο κυρίως στην σάρωση telnet του Linux/Gafgyt,
treat each other, based primarily on the principle that it's bad to cause unnecessary suffering.
να αντιμετωπίζουμε ο ένας τον άλλο, που βασίζονται κυρίως στην αρχή ότι είναι κακό να προκαλείς άσκοπη ταλαιπωρία.
research published in the Annals of Internal Medicine in 2012 concluded that a diet based primarily on animal proteins,
η έρευνα που δημοσιεύτηκε στα Annals of Internal Medicine το 2012 κατέληξε στο συμπέρασμα ότι μια δίαιτα βασισμένη κυρίως σε ζωικές πρωτεΐνες,
the Irgun stepped up their military campaign against the British, based primarily on guerrilla tactics of sabotage and assassination.
η Irgun ενίσχυσαν τη στρατιωτική τους εκστρατεία εναντίον των Βρετανών, βασισμένη κυρίως στις αντάρτικες τακτικές σαμποτάζ και δολοφονίας.
A total of 475 mafiosi were indicted for a multitude of crimes relating to Mafia activities, based primarily on testimonies given as evidence from former Mafia bosses turned informants,
Οι Εισαγγελείς του Παλέρμο κατηγορήσαν 475 μαφιόζους για μια πληθώρα εγκλημάτων που σχετίζονταν με τις δραστηριότητες της μαφίας, που βασίστηκαν κυρίως σε μαρτυρίες και αποδεικτικά στοιχεία από πρώην αφεντικά της μαφίας που έγιναν πληροφοριοδότες,
Sicilian prosecutors indicted 475 mafiosi for a multitude of crimes relating to Mafia activities, based primarily on testimonies given as evidence from former Mafia bosses turned informants,
Οι Εισαγγελείς του Παλέρμο κατηγορήσαν 475 μαφιόζους για μια πληθώρα εγκλημάτων που σχετίζονταν με τις δραστηριότητες της μαφίας, που βασίστηκαν κυρίως σε μαρτυρίες και αποδεικτικά στοιχεία από πρώην αφεντικά της μαφίας που έγιναν πληροφοριοδότες,
Results: 63, Time: 0.0509

Word-for-word translation

Top dictionary queries

English - Greek