BEEN BASED in Greek translation

[biːn beist]
[biːn beist]
στηριχθεί
i support
i endorse
back
i base
i rest
am supportive
i uphold
έδρα
headquarters
seat
home
chair
see
head office
office
bench
domicile
based
βάση
base
basis
foundation
ground
bottom
database
στηρίζεται
i support
i endorse
back
i base
i rest
am supportive
i uphold
στηριζόταν
i support
i endorse
back
i base
i rest
am supportive
i uphold
γίνει με γνώμονα

Examples of using Been based in English and their translations into Greek

{-}
  • Official category close
  • Colloquial category close
  • Medicine category close
  • Ecclesiastic category close
  • Financial category close
  • Official/political category close
  • Computer category close
It indicated a turning away from the principles of revolutionary internationalism on which the Russian revolution had been based and on which the Communist International was founded.
Αυτό σήμαινε την απομάκρυνση από τις αρχές του επαναστατικού διεθνισμού, πάνω στον οποίο είχε στηριχτεί η Ρωσική Επανάσταση και πάνω στον οποίο χτίστηκε η Κομμουνιστική Διεθνής».
Independent Cameraman/ Photographer/ Producer& Editor from Denmark, but have been based in Geneva, Switzerland for the last 25 years.
Ανεξάρτητος εικονολήπτης/ φωτογράφος/ παραγωγός& συντάκτης από τη Δανία. Τα τελευταία 25 χρόνια έχει εγκατασταθεί στη Γενεύη της Ελβετίας.
have long been based in tribal lands in western Pakistan.
έχουν εγκατασταθεί εδώ και καιρό σε φυλετικές εκτάσεις στο δυτικό Πακιστάν.
Its founding leader Abdullah Öcalan had been based in the Syrian capital Damascus thanks to Hafez al-Assad,
Ο Ιδρυτικός ηγέτης του Αμπντουλάχ Οτσαλάν είχε βασιστεί στην πρωτεύουσα της Συρίας τη Δαμασκό, χάρη στον Χάφεζ Αλ Άσαντ,
A more detailed study would have been based on hypotheses that, if they were to be credible,
Μια πιο αναλυτική μελέτη θα έπρεπε να είχε στηριχθεί σε υποθέσεις οι οποίες θα απαιτούσαν, για να είναι αξιόπιστες,
The most significant aspect of this World AIDS Day is the degree to which it has been based around the inputs of a wide range of civil society partners.
Η σημαντικότερη πτυχή αυτής της Παγκόσμιας Ημέρας του AIDS είναι ο βαθμός στον οποίο έχει βασιστεί γύρω από τη συμμετοχή και ευαισθητοποίηση ενός ευρέως φάσματος των αστικών συνεργατών της κοινωνίας των πολιτών και ΜΚΟ.
It has been based in Lamia and includes the prefectures of Fthiotida,
Εχει έδρα την Λαμία και περιλαμβάνει τους Νομούς Φθιώτιδας,
Its entire strategy has been based upon the forlorn hope that some section of the bourgeoisie could be persuaded to come to Greece's rescue
Ολόκληρη η στρατηγική του έχει βασιστεί πάνω στην μάταιη ελπίδα πως θα μπορούσαν να πείσουν κάποιο τμήμα της αστικής τάξης να διασώσει την Ελλάδα
The alteration of those rates would therefore have had a much lesser probability of success if the four infringements referred to in paragraph 165 above had been based only on the alignment of the submissions of the two banks concerned by each infringement.
Συνεπώς, η τροποποίηση των επιτοκίων αυτών θα είχε πολύ μικρότερη δυνατότητα επιτυχίας αν οι τέσσερις παραβάσεις που μνημονεύθηκαν στη σκέψη 165 ανωτέρω είχαν στηριχθεί μόνο στον συντονισμό των εκτιμήσεων που υπέβαλλαν οι δύο τράπεζες που εμπλέκονταν σε κάθε παράβαση.
a veteran journalist who has been based in Turkey for more than 20 years,
παλαίμαχος δημοσιογράφος που έχει έδρα την Τουρκία για 20 χρόνια και πλέον,
fishing communities around which Norwegian life had been based.
αλιευτικές κοινότητες γύρω από τα οποία είχε βασιστεί η νορβηγική ζωή.
the documents that have not been based on any pan-orthodox decision
κείμενα, που δεν έχουν στηριχθεί σε πανορθόδοξη απόφαση
they always had represented and been based upon the rule of law as against the rule of arbitrary administration and despotism.
είχαν ως βάση το κράτος δικαίου έναντι του κράτους της αυθαίρετης διοίκησης και του δεσποτισμού.
its production has been based on the particular climatic conditions prevailing in the Mediterranean countries as well as the top quality-price ratio.
η παραγωγή του έχει γίνει με γνώμονα τις ιδιαίτερες κλιματολογικές συνθήκες που επικρατούν στις Μεσογειακές χώρες, καθώς και την κορυφαία σχέση ποιότητας-τιμής.
Thierry Meyssan, a French journalist who has been based in Damascus for some years now,
Ο Thierry Meyssan, ένας Γάλλος δημοσιογράφος που έχει έδρα τη Δαμασκό εδώ
from the planning decisions upon which their construction had been based to the practices and procedures which they had in place.
από τις αποφάσεις σχεδιασμού, στις οποίες είχε βασιστεί η κατασκευή τους, έως τις πρακτικές και τις διαδικασίες τις οποίες εφάρμοζαν.
where the Sykes family has been based since 1067.
όπου η οικογένεια των Sykes έχει έδρα από το 1067.
Cohesion policy has hitherto been based exclusively on a system of subsidies,
πολιτική συνοχής έχει βασιστεί μέχρι σήμερα αποκλειστικά σε ένα σύστημα επιχορηγήσεων,
for many years, been based on overall regional growth
αρκετά χρόνια στηρίζεται στους άξονες της περιφερειακής ανάπτυξης
which since 1949 has been based on the island of Taiwan.
η οποία από το 1949 έχει έδρα το νησί της Ταϊβάν.
Results: 74, Time: 0.0505

Word-for-word translation

Top dictionary queries

English - Greek