DOCUMENT ISSUED in Greek translation

['dɒkjʊmənt 'iʃuːd]
['dɒkjʊmənt 'iʃuːd]
έγγραφο που εκδόθηκε
εγγράφου που εκδίδεται
έγγραφο που εκδίδει
εγγράφου που χορηγείται

Examples of using Document issued in English and their translations into Greek

{-}
  • Colloquial category close
  • Official category close
  • Medicine category close
  • Ecclesiastic category close
  • Financial category close
  • Official/political category close
  • Computer category close
A document issued by Hainan's provincial ocean
Την Τετάρτη ένα έγγραφο που εκδόθηκε από τις αρμόδιες αρχές θάλασσας
any other official document issued by the Greek authorities.
διαβατήριο σε ισχύ ή σχετικό έγγραφο που έχει εκδοθεί από τις αρμόδιες ελληνικές αρχές.
shall be accompanied by a document issued by the Turkish Cypriot Chamber of Commerce for that purpose.
καθορισθέντα σημεία διέλευσης και θα πρέπει να συνοδεύονται από έγγραφο που εκδίδεται από το τουρκοκυπριακό εμπορικό επιμελητήριο.
An immigrant visa is a document issued by the U.S. Department of State that allows you to travel to the United States to apply for admission as a Legal Permanent Resident(LPR).
Η Μεταναστευτική Βίζα είναι ένα έγγραφο που εκδίδεται από το Υπουργείο Εξωτερικών των ΗΠΑ που σας επιτρέπει να ταξιδέψετε στις Ηνωμένες Πολιτείες και να υποβάλετε αίτηση για είσοδο ως Νόμιμος Μόνιμος Κάτοικος(LPR).
A visa is an officially approved document issued by authorized bodies for the government,
Η Visa είναι ένα επίσημα εγκεκριμένο έγγραφο που εκδίδεται από εξουσιοδοτημένους φορείς για την κυβέρνηση,
In a policy document issued by the State Council,
Σε ένα πολιτικό έγγραφο που εκδόθηκε από το Κυβερνητικό Συμβούλιο,
A Chinese visa is an officially approved document issued by authorised bodies of the government,
Η Visa είναι ένα επίσημα εγκεκριμένο έγγραφο που εκδίδεται από εξουσιοδοτημένους φορείς για την κυβέρνηση,
In a policy document issued by the State Council,
Σε ένα πολιτικό έγγραφο που εκδόθηκε από το Κυβερνητικό Συμβούλιο,
any other legal Community document issued by their competent social security agency.
άλλου νομικού κοινοτικού εγγράφου που εκδίδεται από την αρμόδια υπηρεσία κοινωνικής ασφάλισης τους.
A document issued by the competent governmental,
Έγγραφο που εκδίδεται από κυβερνητική, δημοτική,
In a policy document issued by the State Council,
Σε ένα πολιτικό έγγραφο που εκδόθηκε από το Κυβερνητικό Συμβούλιο,
(10)‘European cybersecurity certificate' means a document issued by a conformity assessment body attesting that a given ICT product
(10)«ευρωπαϊκό πιστοποιητικό ασφάλειας στον κυβερνοχώρο»: έγγραφο που εκδίδει ένας οργανισμός αξιολόγησης της συμμόρφωσης, το οποίο βεβαιώνει ότι ένα συγκεκριμένο προϊόν
has in his possession any document so closely resembling any certificate or document issued under the provisions of this Act as to be calculated to deceive; or.
έχει στην κατοχή του οποιοδήποτε έγγραφο που προσομοιάζει τόσο πολύ με πιστοποιητικό ή έγγραφο που εκδίδεται δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου, ώστε να μπορεί να εξαπατήσει, ή.
In a policy document issued by the State Council,
Σε ένα πολιτικό έγγραφο που εκδόθηκε από το Κυβερνητικό Συμβούλιο,
the insured person shall present a document issued by the competent institution to the institution of the place of stay.
1 του βασικού κανονισμού, ο ασφαλισμένος προσκομίζει στο φορέα του τόπου διαμονής έγγραφο που εκδίδει ο αρμόδιος φορέας.
In a policy document issued by the State Council,
Σε ένα πολιτικό έγγραφο που εκδόθηκε από το Κυβερνητικό Συμβούλιο,
according to a policy document issued by local regulators this week.
σύμφωνα με έγγραφο που εκδόθηκε από τις τοπικές ρυθμιστικές αρχές.
According to a guidance document issued by the Commission, the‘Increase in gross value added(GVA)' result indicator is intended to measure the improvement of economic performance at the level of holdings supported17.
Σύμφωνα με ένα καθοδηγητικό έγγραφο που εξέδωσε η Επιτροπή, ο δείκτης αποτελέσματος«αύξησης της ακαθάριστης προστιθέμενης αξίας(ΑΠΑ)» προορίζεται για τη μέτρηση της βελτίωσης των οικονομικών επιδόσεων στο επίπεδο των εκμεταλλεύσεων στις οποίες παρέχεται στήριξη17.
the insured person shall present a document issued by the competent institution to the institution of the place of stay.
του βασικού κανονισμού, ο ασφαλισμένος υποβάλλει έγγραφο που εξέδωσε ο αρμόδιος φορέας προς το φορέα του τόπου διαμονής.
A certificate or other document issued by a professional organization confirming that the person concerned is a qualified journalist and a document issued by his/her employer stating that the purpose of the journey is to carry out journalistic work;
Πιστοποιητικό ή άλλο έγγραφο που έχει εκδοθεί από επαγγελματική οργάνωση και βεβαιώνει ότι το εν λόγω πρόσωπο είναι επαγγελματίας δημοσιογράφος και έγγραφο που έχει εκδοθεί από τον εργοδότη του και στο οποίο αναφέρεται ότι σκοπός του ταξιδιού είναι η άσκηση δημοσιογραφικών καθηκόντων·.
Results: 91, Time: 0.034

Word-for-word translation

Top dictionary queries

English - Greek