ENABLING IT in Greek translation

[i'neibliŋ it]
[i'neibliŋ it]
δίνοντάς του τη δυνατότητα
της δίνει τη δυνατότητα
δίνοντάς της τη δυνατότητα
ενεργοποιώντας
i turn
activating
do i enable
energize
lnitiating

Examples of using Enabling it in English and their translations into Greek

{-}
  • Official category close
  • Colloquial category close
  • Medicine category close
  • Ecclesiastic category close
  • Financial category close
  • Official/political category close
  • Computer category close
elegant aesthetic, enabling it to dress your wall
κομψή αισθητική, που της επιτρέπει να ντύσει το τοίχο
negative mass, enabling it to act as a sort of antigravity.
αρνητική μάζα, δίνοντάς της τη δυνατότητα να δρα ως ένα είδος αντιβαρύτητας.
making the subconscious mount to the surface, and so enabling it to be purged and sanctified.
κάνει το υποσυνείδητο να ανεβεί στην επιφάνεια και του επιτρέπει έτσι να εξαγνιστεί και να καθαγιαστεί.
It boosts the body's temperature a little, enabling it to shed off fat more rapidly.
Ανεβάζει τη θερμοκρασία του σώματος ελαφρώς, της επιτρέπει να κάψετε λίπος πιο γρήγορα.
The EUIPO reserves the right to request any other document enabling it to verify the candidate's economic
Το Cedefop επιφυλάσσεται του δικαιώματος να ζητήσει οποιοδήποτε άλλο έγγραφο, το οποίο του επιτρέπει να επαληθεύσει την οικονομική
new class in power, thus enabling it to realize its own program in life.
συνίσταται στην τοποθέτηση μιας νέας τάξης στην εξουσία, η οποία της επιτρέπει να υλοποιήσει το πρόγραμμά της στη ζωντανή πραγματικότητα.
It raises the physical body's temperature level a little, enabling it to burn fat more quickly.
Ανεβάζει τη θερμοκρασία του σώματος ελαφρώς, της επιτρέπει να κάψετε λίπος πιο γρήγορα.
new class in power, thus enabling it to realize its own programme in life.
συνίσταται στην τοποθέτηση μιας νέας τάξης στην εξουσία, η οποία της επιτρέπει να υλοποιήσει το πρόγραμμά της στη ζωντανή πραγματικότητα.
(RO) Turkey has achieved remarkable economic growth, enabling it to progress in 10 years from the 27th to the 16th biggest economy in the world.
(RO) Η Τουρκία έχει επιτύχει αξιοσημείωτη οικονομική ανάπτυξη, που της επέτρεψε να εξελιχθεί εντός 10 ετών από 27η στη 16η μεγαλύτερη οικονομία παγκοσμίως.
The module features low dispersion channels, thereby enabling it to be a high capacity, low cost solution for DWDM network applications.
Η μονάδα διαθέτει χαμηλά κανάλια διασποράς, επιτρέποντάς της έτσι να είναι μια λύση υψηλής χωρητικότητας, χαμηλού κόστους για εφαρμογές δικτύου DWDM.
Together, the trio of lenses supports a wide range of focal lengths(equivalent to the performance of a 16-270 mm zoom lens), enabling it to mimic the results from professional cameras.
Και οι τρεις φακοί μαζί υποστηρίζουν μία ευρεία γκάμα εστιακών μηκών(αντίστοιχο των επιδόσεων ενός φακού zoom 16-270mm), δίνοντας του την δυνατότητα να μιμηθεί τα αποτελέσματα των επαγγελματικών καμερών.
This is a period during which the Attic pottery was removed from the big markets and their developments, enabling it to proceed with research and innovations.
Πρόκειται για την περίοδο κατά την οποία η αττική αγγειογραφία αποκόπηκε από τις μεγάλες αγορές και τις εξελίξεις, γεγονός που της επέτρεψε να προχωρήσει σε έρευνα και καινοτομίες.
Together, the trio of lenses supports a wide range of focal lengths(equivalent to the performance a 16-270mm zoom lens), enabling it to mimic the results from professional cameras.
Και οι τρεις φακοί μαζί υποστηρίζουν μία ευρεία γκάμα εστιακών μηκών(αντίστοιχο των επιδόσεων ενός φακού zoom 16-270mm), δίνοντας του την δυνατότητα να μιμηθεί τα αποτελέσματα των επαγγελματικών καμερών.
It can reach speeds of 60 km/hour, enabling it to outrun predators.
Μπορεί να αναπτύξει ταχύτητες των 60 χλμ/ώρα, που τής επιτρέπουν να ξεφεύγει από τα περισσότερα αρπακτικά ζώα.
has a remit enabling it to perform prudential supervision tasks.
να έχει αρμοδιότητα η οποία θα της επιτρέπει να εκτελεί καθήκοντα προληπτικής εποπτείας.
horizontal structure enabling it to.
οριζόντια δομή που θα της επιτρέπει.
establish mechanisms enabling it to engage fully
να ιδρύσει μηχανισμούς που θα της επιτρέψουν να ασχοληθεί πλήρως
The EC has said it wants to complete entry talks with Croatia by autumn 2009, enabling it to enter the Union the following year.
Η EC έχει δηλώσει ότι επιθυμεί να ολοκληρώσει τις ενταξιακές συνομιλίες με την Κροατία μέχρι το φθινόπωρο του 2009, επιτρέποντας ένταξη στην Ένωση το επόμενο έτος.
horizontal structure enabling it to.
οριζόντια δομή που θα της επιτρέπει.
The tank may also feature liquid-gas suspension, enabling it to‘crouch' to better exploit terrain for concealment
Το αρμα ίσως να διαθέτει ανάρτηση λαδιού/αερίου, η οποία του επιτρέπει να χαμηλώσει(σκύψει) για να εκμεταλλευτεί καλύτερα το έδαφος για κάλυψη
Results: 118, Time: 0.0435

Word-for-word translation

Top dictionary queries

English - Greek