WEPT in Greek translation

[wept]
[wept]
δάκρυσε
i cry
i tear up
weep
εκλαυσαν
wept
εκλαυσεν
wept
θρηνούσε
i weep
i mourn
i grieve
ἔκλαψε
wept
εκλαιον
wept
έκλαυσεν
wept
κλάματα
cry
weeping
tears
wailing
sobbing
cryin
whimpering
εκλαψε
she cried
he wept

Examples of using Wept in English and their translations into Greek

{-}
  • Colloquial category close
  • Official category close
  • Medicine category close
  • Ecclesiastic category close
  • Financial category close
  • Official/political category close
  • Computer category close
lift up her voice, and wept.
ύψωσε την φωνήν αυτής και έκλαυσεν.
And Esau lifted up his voice, and wept.
Και ύψωσε ο Ησαύ τη φωνή του και έκλαψε.
Then Jesus wept.
Τότε ο Ιησούς δάκρυσε.
And God wept.
Και ο Θεος εκλαψε.
And he kissed all his brothers and wept over them.
Κατεφίλησε κατόπιν ο Ιωσήφ όλους τους αδελφούς του και έκλαυσεν εναγκαλιζόμενος αυτούς.
In Turkey, witnesses said Brunson wept as the decision was announced.
Στην Τουρκία, μαρτυρίες αναφέρουν ότι ο Μπράνσον δάκρυσε όταν ανακοινώθηκε η απόφαση του δικαστηρίου.
Three times we are told in Scripture that Jesus wept.
Τρεις φορές μάς λέει η Γραφή πως ο Ιησούς έκλαψε.
You may be curious why Moses wept.
Μπορείτεμπορεί να είναι περίεργος γιατί ο Μωυσής έκλαψε.
lifted up his voice and wept with joy.
ανύψωσε την φωνή του και δάκρυσε από χαρά.
And Saul lifted up his voice, and wept.
Και ο Σαούλ σήκωσε τη φωνή του και έκλαψε.
Kahless looked into the sea and wept.
Ο Κέιλες κοίταξε στη θάλασσα και δάκρυσε.
Tom Mix wept.
Ο Τομ Μιξ έκλαψε.
My uncle wept.
Ο θείος μου δάκρυσε.
And then the Emperor wept.
Και μετά ο Αυτοκράτορας έκλαψε.
he could not control himself and wept.
δε μπόρεσε να συγκρατηθεί και δάκρυσε.
Tom wept.
Ο Τομ έκλαψε.
Atum wept with joy.
ο Atum δάκρυσε από χαρά.
Kameda saw her and wept.
Ο Καμέντα την είδε και έκλαψε.
Though having confidence in the power of the resurrection, Jesus wept.
Αν και ο Ιησούς είχε εμπιστοσύνη στη δύναμη της ανάστασης, δάκρυσε.
But Lord Geser wept.
Αλλά ο Άρχοντας Γκέσερ έκλαψε.
Results: 538, Time: 0.0736

Top dictionary queries

English - Greek