AGGREGATE DEMAND in Greek translation

['ægrigət di'mɑːnd]
['ægrigət di'mɑːnd]
συναθροιστική ζήτηση
συνολική απαίτηση

Examples of using Aggregate demand in English and their translations into Greek

{-}
  • Financial category close
  • Colloquial category close
  • Official category close
  • Medicine category close
  • Ecclesiastic category close
  • Official/political category close
  • Computer category close
the theory of aggregate demand management is alive
η θεωρία της διαχείρισης της συνολικής ζήτησης κρατιέται ζωντανή,
they tend to decrease aggregate demand.
τείνουν να μειώνουν τη συνολική ζήτηση.
A decline of aggregate demand, implying a discrepancy between savings
Μια μείωση της συνολικής ζήτησης, που συνεπάγεται απόκλιση μεταξύ αποταμιεύσεων
Among the mechanisms by which an increase in interest rates slows aggregate demand is the foreign-exchange market.
Μεταξύ των μηχανισμών με τους οποίους η αύξηση των επιτοκίων επιβραδύνει τη συνολική ζήτηση είναι η αγορά συναλλάγματος.
We are interested in the structure of aggregate demand and how government policy connects to this structure.
Μας ενδιαφέρει η δομή της συνολικής ζήτησης και με ποιον τρόπο επηρεάζει η κυβερνητική πολιτική αυτή τη δομή.
austerity reduces aggregate demand and pushes up unemployment.
η λιτότητα μειώνει τη συνολική ζήτηση και σπρώχνει προς τα πάνω την ανεργία.
So the redistribution of income and wealth makes the problem of inadequate aggregate demand even worse.
Έτσι, η αναδιανομή του εισοδήματος και του πλούτου επιδεινώνει το πρόβλημα της ανεπαρκούς συνολικής ζήτησης.
it leads to lower aggregate demand.
οδηγεί σε χαμηλότερη συνολική ζήτηση.
On the contrary, retrofitting the global economy for climate change would help to restore aggregate demand and growth.
Αντίθετα, η αναδιάρθρωση της παγκόσμια οικονομίας με επίκεντρο την κλιματική αλλαγή θα βοηθήσει και στην αποκατάσταση της συνολικής ζήτησης και της ανάπτυξης.
reflecting the weakening of aggregate demand.
αντανακλώντας την υποχώρηση της συνολικής ζήτησης.
A faster recovery in global labour markets is held back by a deficit of aggregate demand.
Η παγκόσμια ανάκαμψη των αγορών εργασίας εμποδίζεται από το έλλειμμα της συνολικής ζήτησης.
The Keynesian adjustment to an excess of savings is through a reduction in aggregate demand.
Η κεϋνσιανή προσαρμογή του πλεονάσματος των αποταμιεύσεων πραγματοποιειται με την μείωση της συνολικής ζήτησης.
On the contrary, retrofitting the global economy for climate change would help to restore aggregate demand and growth.
Αντίθετα, η τροποποίηση της παγκόσμιας οικονομίας προς όφελος της κλιματικής αλλαγής θα βοηθήσει στην αποκατάσταση της συνολικής ζήτησης και της ανάπτυξης.
it contributes to an insufficiency of global aggregate demand and to global instability.
επίσης συμβάλλει σε μια ανεπάρκεια της παγκόσμιας συνολικής ζήτησης και στην παγκόσμια αστάθεια.
governments delegated to central banks the task of resuscitating aggregate demand.
σκυτάλη στις Κεντρικές Τράπεζες, το έργο της αναζωογόνησης της συνολικής ζήτησης.
a lack of aggregate demand increases unemployment.
η έλλειψη συνολικής ζήτησης αυξάνει την ανεργία.
On the contrary, retrofitting the global economy for climate change would help to restore aggregate demand and growth.
Αντίθετα, αλλάζοντας τους όρους τους παγκόσμιας οικονομίας με γνώμονα την κλιματική αλλαγή θα βοηθήσει στην αποκατάσταση της συνολικής ζήτησης και της ανάπτυξης.
In the short term, the extra spending increases the country's aggregate demand or fiscal expansion.
Βραχυπρόθεσμα, το επιπλέον κόστος αυξάνει τη συνολική ζήτηση στην χώρα ή την επονομαζόμενη«δημοσιονομική επέκταση».
This relationship exists because low employment is associated with high aggregate demand, and demand puts upward pressure on wages
Ο παραπάνω συσχετισμός προέκυψε γιατί η χαμηλή ανεργία ήταν συσχετισμένη με την συνολική ζήτηση και επειδή η υψηλή ζήτηση πίεζε προς τα πάνω τους μισθούς
Aggregate demand is a macro-economic concept representing the total demand for goods
Η συνολική ζήτηση είναι ένας όρος που χρησιμοποιείται συνήθως στην οικονομία, ο οποίος αναφέρεται
Results: 443, Time: 0.046

Word-for-word translation

Top dictionary queries

English - Greek