FORMS PART in Greek translation

[fɔːmz pɑːt]
[fɔːmz pɑːt]
συνιστά μέρος
σχηματίζει μέρος
σχηματίζει τμήμα
διαμορφώνει ένα μέρος
αποτελεί µέρος
αποτελεί μέλος
i am a member
to be part

Examples of using Forms part in English and their translations into Greek

{-}
  • Official category close
  • Official/political category close
  • Colloquial category close
  • Medicine category close
  • Ecclesiastic category close
  • Financial category close
  • Computer category close
This is in Banff National Park, which forms part of the Canadian Rocky Mountain Parks.
Αυτό είναι στο Banff National Park, το οποίο αποτελεί τμήμα του καναδικού Rocky Mountain Parks.
This Schedule forms part of the Clauses.
Το παρόν Παράρτημα αποτελεί μέρος των Ρητρών.
Frakto Oros is located in the prefecture of Drama and forms part of the mountain range.
Το Φρακτό Όρος βρίσκεται στο νομό Δράμας και αποτελεί τμήμα της οροσειράς.
NN, which forms part of the Sierra Nevada.
NN, η οποία αποτελεί μέρος της Σιέρα Νεβάδα.
A very good museum forms part of the complex.
Ένα πολύ καλό μουσείο αποτελεί τμήμα του συγκροτήματος.
This document forms part of a collection.
Το κείμενο αποτελεί μέρος μιας συλλογής.
As a cell of humanity, man forms part of organic life on Earth.
Ο άνθρωπος, σαν κύτταρο της ανθρωπότητος, αποτελεί τμήμα της οργανικής ζωής επάνω στη Γη.
Forms part of a larger system.
Αποτελεί μέρος ενός ευρύτερου συστήματος.
This evaluation forms part of the standard policy evaluation cycle.
Η αξιολόγηση αυτή αποτελεί μέρος του τυποποιημένου κύκλου αξιολόγησης της πολιτικής.
This forms part of the risk assessment.
Αυτό αποτελεί μέρος της αξιολόγησης κινδύνου.
Om(the“Website”) of which it forms part(the“Terms”).
Gr(η«Ιστοσελίδα») της οποίας αυτή αποτελεί μέρος(οι«όροι»).
It produces a fluid that forms part of the semen.
Παράγει ένα υγρό που αποτελεί μέρος του σπέρματος.
The example of Mor Gabriel forms part of this issue.
Το παράδειγμα της μονής Mor Gabriel αποτελεί μέρος αυτού του ζητήματος.
Work or service that forms part of normal civic obligations.
Πάσα εργασία ή υπηρεσία απαρτίζουσα μέρος των τακτικών υποχρεώσεων του πολίτου.
Any work or service which forms part of normal civic obligations.'.
Πάσα εργασία ή υπηρεσία απαρτίζουσα μέρος των τακτικών υποχρεώσεων του πολίτου.».
The College forms part of the National University of Ireland.
Το πανεπιστήμιο αποτελεί το Εθνικό πανεπιστήμιο της Ιρλανδίας.
It forms part of breakfast for many people.
Ο συνδυασμός αυτός αποτελεί το πρωινό γεύμα για πολλούς.
Product Overview Energy Elite™ forms part of our informed sport range.
ΤοEnergy Elite™ αποτελεί ένα μέρος της σειράς informed sport.
E-Health forms part of the European Union's eEurope strategy.
Η ηλεκτρονική υγεία αποτελεί ένα σημαντικό μέρος του σχεδίου δράσης eeurope της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.
Recovery Plus Elite™ forms part of our informed sport range.
Το Recovery Plus Elite™ αποτελεί ένα μέρος της σειράς informed sport.
Results: 809, Time: 0.0511

Word-for-word translation

Top dictionary queries

English - Greek