GLOATING in Greek translation

['gləʊtiŋ]
['gləʊtiŋ]
gloating
χαιρεκακία
schadenfreude
gloating
χαιρέκακος
gloating
χαιρέκακη
θριαμβολογίες
triumphalism
επιχαίροντας

Examples of using Gloating in English and their translations into Greek

{-}
  • Colloquial category close
  • Official category close
  • Medicine category close
  • Ecclesiastic category close
  • Financial category close
  • Official/political category close
  • Computer category close
despite consecutive decisions and one-day gloating, remains stale.
παρά τις αλλεπάλληλες αποφάσεις και«θριαμβολογίες» μιας ημέρας, παραμένει έωλη.
and he was gloating and boasting.
και ήταν gloating και επαίρεται.
started Vesping around, gloating like Audrey Hepburn
αρχίσαμε τις βόλτες, καμαρώνοντας σαν τους Audrey Hepburn
And how many women had to feel even a best friend secretly envious of her success or sly gloating, when something goes wrong?
Και πόσες γυναίκες έπρεπε να αισθάνονται ακόμη και ο καλύτερος φίλος κρυφά ζηλιάρης της επιτυχίας της ή πονηρή gloating, όταν κάτι πάει στραβά;?
made by a woman's mouth gloating with sharp teeth
που από το στόμα μιας γυναίκας χαιρεκακία με κοφτερά δόντια
you will see it reflected on the“blue Danube”, gloating about the titles it has collected over the years.
θα τη δείτε να καθρεφτίζεται στον“γαλάζιο Δούναβη” καμαρώνοντας για τους τίτλους που έχει κερδίσει στο πέρασμα των χρόνων.
lacked the word to articulate it(although I suppose“gloating” comes close)- hence,
έλειπε η λέξη για να την αρθρώσει(αν και υποθέτω«gloating» έρχεται κοντά)- ως εκ τούτου,
1 winning without gloating, 2 losing without complaining
1 Νίκη χωρίς χαιρεκακία, 2 Ήττα χωρίς παράπονα,
Edom has been arrogant, gloating over Israel's misfortunes,
Ο Εδώμ υπήρξε αλαζόνας και χαιρέκακος για την δυστυχία του Ισραήλ.
stands over the carcass, gloating that he had outlived the threat,
στέκεται πάνω από το πτώμα, επιχαίροντας ότι διέφυγε την απειλή,
stands over the carcass, gloating that he had outlived the threat,
στέκεται πάνω από το πτώμα, επιχαίροντας ότι διέφυγε την απειλή,
Well, hardly a big gloat, is it?
Λοιπόν, όχι τόσο μεγάλη χαιρεκακία, έτσι;?
Gloat for 20 seconds?
Να κοκορευτώ για 20 δεύτερα;?
Now gloat(but not too smugly), knowing you're covered.
Τώρα πανηγυρίστε(αλλά σεμνά), γιατί είστε ασφαλείς.
That's it. Now gloat(but not too smugly), knowing you're covered.
Αυτό είναι. Τώρα πανηγυρίστε(αλλά σεμνά), γιατί είστε ασφαλείς.
Eirl's father gloated over the collection for the rest of his life.
Ο πατέρας του Eirl, καμάρωνε για τη συλλογή, για το υπόλοιπο της ζωής του.
Guy plays poker with other people's money and gloats about it.
Ο τυπάς παίζει πόκερ με λεφτά άλλων και καμαρώνει γι' αυτό.
Oh, please, let me gloat.
Αχ σε παρακαλώ άσε με να κοκορευτώ.
Sighs Gloat all you want, but those names are getting flipped the second the boys from ops do a fly-by.
Στεναγμών Χαιρεκακία όλα τα θέλετε, αλλά αυτά τα ονόματα γίνονται όλο γυρνάει η δεύτερη τα αγόρια από ops κάνει ένα fly--by.
more interest for the common good…,” the Stoic Seneca gloats.
περισσότερο ενδιαφέρον για το κοινό καλό…», καμαρώνει ο στωικός Σενέκας.
Results: 43, Time: 0.0534

Top dictionary queries

English - Greek