MUST COMMIT in Greek translation

[mʌst kə'mit]
[mʌst kə'mit]
πρέπει να αναλάβουν τη δέσμευση

Examples of using Must commit in English and their translations into Greek

{-}
  • Colloquial category close
  • Official category close
  • Medicine category close
  • Ecclesiastic category close
  • Financial category close
  • Official/political category close
  • Computer category close
The international cancer community must commit support and expertise to help the low-
Η διεθνής κοινότητα καρκίνο πρέπει να δεσμευτούν υποστήριξη και την τεχνογνωσία για να βοηθήσει τις χώρες χαμηλού
US Secretary of State Mike Pompeo yesterday said North Korea must commit to immediately dismantling its weapons programme, adding that efforts
Ο υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ Μάικ Πομπέο δήλωσε ότι η Βόρεια Κορέα πρέπει να δεσμευτεί στην άμεση διάλυση του προγράμματος της κατασκευής πυρηνικών όπλων,
national legislative authorities must commit to improving protection for child victims during investigations and before and after any court case in which children are involved.
οι εθνικές νομοθετικές αρχές πρέπει να δεσμευτούν ότι θα καταβάλουν προσπάθειες για τη βελτίωση της προστασίας των παιδιών θυμάτων στη διάρκεια των ερευνών καθώς και πριν και μετά από οποιαδήποτε δικαστική υπόθεση στην οποία εμπλέκονται παιδιά.
other parties on 31 January- and maybe we will be pleasantly surprised- the EU must commit now to a 30% cut.
τεθούν στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων από τα άλλα μέρη στις 31 Ιανουαρίου-και ίσως να εκπλαγούμε ευχάριστα- η ΕΕ πρέπει να δεσμευτεί τώρα για μία μείωση 30%.
other privatisations that a country must commit to if it wants, in exchange,
άλλες ιδιωτικοποιήσεις στις οποίες μια χώρα πρέπει να δεσμευτεί αν θέλει, σε αντάλλαγμα,
He said both Europe and the world must commit to taking many more Syrians, to relieve the
Είπε ακόμη ότι και η Ευρώπη και όλος ο κόσμος πρέπει να δεσμευθεί να δέχεται πολλούς περισσότερους Σύρους,
President Barack Obama told Reuters on Monday that Iran must commit to a verifiable freeze of at least 10 years on sensitive nuclear activity for a landmark atomic deal to be reached between Tehran and six world powers.
Ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Μπαράκ Ομπάμα, είχε δηλώσει τη Δευτέρα στο πρακτορείο ειδήσεων Ρόιτερς ότι το Ιράν θα πρέπει να δεσμευτεί στην αναστολή των πυρηνικών του δραστηριοτήτων για τουλάχιστον 10 έτη ως μέρος των προϋποθέσεων για την επίτευξη συμφωνίας μεταξύ της Τεχεράνης και των έξι παγκόσμιων δυνάμεων.
the village must have fewer than 2,000 inhabitants and the newcomer must commit to opening a business.
έχει λιγότερους από 2 κατοίκους και εκείνος που θα αποφασίσει να εγκατασταθεί εκεί για μια τριετία θα πρέπει να δεσμευτεί ότι θα ανοίξει μια επιχείρηση.
Syriza must commit to phasing out fossil fuels by a certain date,
Ο ΣΥΡΙΖΑ πρέπει να δεσμευτεί για τη σταδιακή κατάργηση των ορυκτών καυσίμων σε συγκεκριμένο χρόνο(π.χ. έως το 2025),
An organization that wishes its Privacy Shield benefits to cover human resources data transferred from the EU in the context of the employment relationship must commit to cooperate with the DPAs with regard to such data(see Supplemental Principle on Human Resources Data).
Οργανισμός ο οποίος επιθυμεί να επεκτείνει τα οφέλη που λαμβάνει στο πλαίσιο της ασπίδας προστασίας ώστε να καλύπτουν δεδομένα ανθρώπινου δυναμικού που διαβιβάζονται από την ΕΕ στο πλαίσιο της εργασιακής σχέσης πρέπει να δεσμευτεί ότι θα συνεργάζεται με τις ΑΠΔ όσον αφορά τα εν λόγω δεδομένα(βλέπε τη συμπληρωματική αρχή για τα δεδομένα ανθρώπινου δυναμικού).
I must commit it.
Πρέπει να την δεσμεύω.
But you must commit.
Αλλά πρέπει να δεσμευτείς.
Government Must Commit to….
Η κυβέρνηση πρέπει να δεσμευτεί….
You must commit yourself totally.
Πρέπει να δεσμευθείς συνολικά.
You must commit to it, embrace it.
Πρέπει να δεσμευτείς σ' αυτό, να το ασπαστείς.
The EU must commit funds for this purpose.
ΕΕ πρέπει να διαθέσει πόρους για τον σκοπό αυτόν.
To fulfill this promise, we must commit.
Για να εκπληρώσουμε αυτή την υπόσχεση, χρειάζεται να δεσμευτούμε ότι.
You must commit them to your very soul.
Πρέπει vα τα κρύψεις στηv ψυχή σoυ.
Participants must commit to participation in all three meetings.
Οι συμμετέχοντες θα πρέπει να δεσμευτούν ότι θα μετέχουν και στις τρεις συναντήσεις.
You must commit to one kind of yoga practice?
Πρέπει να δεσμευτώ σε ένα είδος πρακτικής στη γιογκα;?
Results: 1876, Time: 0.0413

Word-for-word translation

Top dictionary queries

English - Greek