RATIONALIZING in Greek translation

['ræʃnəlaiziŋ]
['ræʃnəlaiziŋ]
εξορθολογισμό
rationalization
rationalisation
streamline
rationalise
rationalizing
εκλογίκευσης
rationalization
rationalisation
electioneering
reasoning
rationalising
rationalizing
εξορθολογίζοντας
streamlining
rationalizing
ορθολογικοποίηση
rationalization
rationalisation
rationalizing
streamlining
rationalising
εξορθολογισμός
rationalization
rationalisation
streamline
rationalise
rationalizing
εξορθολογισμού
rationalization
rationalisation
streamline
rationalise
rationalizing
εκλογίκευση
rationalization
rationalisation
electioneering
reasoning
rationalising
rationalizing
εκλογικεύοντας
εκλογικεύοντάς
εξορθολογώντας
streamlining
rationalizing

Examples of using Rationalizing in English and their translations into Greek

{-}
  • Colloquial category close
  • Official category close
  • Medicine category close
  • Ecclesiastic category close
  • Financial category close
  • Official/political category close
  • Computer category close
practical was totally overtaking his rationalizing, whether it was right or wrong.
πρακτικό ήταν εντελώς προσπέραση εξορθολογισμό του, αν ήταν σωστό ή λάθος.
The hallmarks constitute an organizing principle for rationalizing the complexities of neoplastic disease.
Τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά ή σφραγίδα κατατεθέν(hallmarks of cancer cells), αποτελούν μια οργανωτική αρχή για τον εξορθολογισμό της πολυπλοκότητας της νεοπλασματικής νόσου.
reducing water consumption through reducing losses and rationalizing irrigation methods.
τη μείωση της κατανάλωσης νερού, μέσα από την μείωση των απωλειών και τον εξορθολογισμό των μεθόδων άρδευσης.
It is about rationalizing the response to a stimulus
Πρόκειται για τον εξορθολογισμό της αντίδρασης σε ένα ερέθισμα
Therefore, if we want to avoid the trap of rationalizing the scene and adding fictional elements to it, it is advisable to proceed to the distinction between the two different types of representations of the Resurrection of the Lord.
Συνεπώς, αν θέλουμε να αποφύγουμε την παγίδα της εκλογίκευσης της σκηνής και της προσθήκης φανταστικών στοιχείων σε αυτή καλό θα ήταν να προχωρούμε στη διάκριση ανάμεσα στους δύο διαφορετικούς τύπους αναπαραστάσεως της Αναστάσεως του Κυρίου.(από εδώ).
as well as simplifying and rationalizing tools for transparency
καθώς και στην απλούστευση και τον εξορθολογισμό εργαλείων για τη διαφάνεια
modern cultivation techniques contribute to increasing agricultural production and rationalizing water consumption,
σύγχρονες τεχνικές καλλιέργειας συμβάλλουν στην αύξηση της γεωργικής παραγωγής και τον εξορθολογισμό της κατανάλωσης νερού,
scientific can serve the purpose of rationalizing nearly anything.
επιστημονικοί δεν μπορεί να εξυπηρετήσει το σκοπό εκλογίκευσης σχεδόν κανενός πράγματος.
while proceeds to the update of the provisions rationalizing its balance sheet”.
προχωρά σε επικαιροποίηση των προβλέψεων εξορθολογίζοντας τον ισολογισμό του».
through the grim rationalizing of the World, and so the magic is still there,
μέσα από τη ζοφερή ορθολογικοποίηση του Κόσμου, κι έτσι η μαγεία υπάρχει ακόμα,
optimizing the procurement program and rationalizing operating costs.
τη βελτιστοποίηση του προγράμματος Προμηθειών και τον εξορθολογισμό των λειτουργικών εξόδων.
repressing our feelings, rationalizing them, avoiding them, or sublimating them into exercise,
απωθώντας τα συναισθήματά μας, εκλογικεύοντάς τα, αποφεύγοντάς τα, ή μετουσιώνοντάς τα σε άσκηση,
However, Directors called for rebalancing fiscal policy by broadening the personal income tax base and rationalizing pension spending to make room for targeted social assistance to vulnerable groups
Παρ' όλα αυτά, ο Διευθυντές έκαναν κλήση για δημοσιονομική πολιτική επανεξισορρόπησης με τη διεύρυνση της φορολογικής βάσης στη φορολογία του ατομικού εισοδήματος και τον εξορθολογισμό των συνταξιοδοτικών δαπανών, ώστε να δημιουργηθεί περιθώριο για στοχευμένη κοινωνική αρωγή σε ευπαθείς ομάδες
such as the launch of the new asset management strategy, the rationalizing of the international footprint
όπως τη νέα Στρατηγική Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων, την ορθολογικοποίηση του παγκόσμιου αποτυπώματός μας
he would blur their image by rationalizing them having as a result his compromising,
ανευθυνότητα των γονιών θόλωνε την εικόνα τους, εκλογικεύοντάς τους, με αποτέλεσμα στην ενήλικη ζωή να συμβιβάζεται,
with the ultimate goal of rationalizing their use and protecting the resilience of the natural resource.
με απώτερο σκοπό την ορθολογική χρήση του και την προστασία της ανανεωσιμότητας του φυσικού πόρου.
Man must live each moment without censoring his spontaneous instinct and without rationalizing his feelings, so that he does not miss the signs;
Ο άνθρωπος πρέπει να ζει την κάθε στιγμή χωρίς να λογοκρίνει το αυθόρμητο ένστικτό του και χωρίς να εκλογικεύει τα συναισθήματά του, για να μην του διαφεύγουν τα σημάδια· να εργάζεται χωρίς περισπασμούς του μυαλού
with the ultimate goal of rationalizing their use and protecting the resilience of the natural resource.
με απώτερο σκοπό την ορθολογική χρήση τους και την προστασία της ανανεωσιμότητας του φυσικού πόρου.
such as the launch of the new asset management strategy, the rationalizing of the international footprint
όπως η νέα στρατηγική διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων, ο εξορθολογισμός του διεθνούς αποτυπώματος
Professor Antonic also points that every Government has started off with the idea of rationalizing the state administration,
Ο καθηγητής προσθέτει ότι κάθε κυβέρνηση ξεκίνησε με την ιδέα του εξορθολογισμού της δημόσιας διοίκησης, όμως η εμπειρία τα τελευταία 20 χρόνια λέει
Results: 93, Time: 0.0741

Top dictionary queries

English - Greek