ROOT CAUSE in Greek translation

[ruːt kɔːz]
[ruːt kɔːz]
γενεσιουργός αιτία
proximate cause
root cause
chargeable event
operative cause
underlying cause
generative cause
ρίζα αιτία
root cause
γενεσιουργό αίτιο
root cause

Examples of using Root cause in English and their translations into Greek

{-}
  • Colloquial category close
  • Official category close
  • Medicine category close
  • Ecclesiastic category close
  • Financial category close
  • Official/political category close
  • Computer category close
The root cause of hunger is poverty.
Η βασική αιτία της πείνας είναι η φτώχεια.
Root cause of world hunger- meat eating societies.
Η ριζική αιτία της παγκόσμιας πείνας: Οι κρεατοφαγικές κοινωνίες.
They don't address root cause.
Δεν διορθώνουν το root cause.
That was the root cause of today's euro crisis.
Κι αυτή ήταν η βασική αιτία για την σημερινή κρίση του ευρώ.
Your senses are the root cause of anger.
Οι αισθήσεις σας είναι η ριζική αιτία του θυμού.
Neither address root cause.
Δεν διορθώνουν το root cause.
Discover the root cause of a network bandwidth issue.
Να εντοπίσετε τη βασική αιτία ενός προβλήματος εύρους ζώνης δικτύου.
but this is the root cause.
αυτό όμως είναι η ριζική αιτία.
This is the root cause of God's wrath.
Τούτη είναι η βασική αιτία της οργής του Θεού.
But to ask the question,'What is the root cause of violence?
Αλλά το να αναρωτηθούμε,«ποια είναι η ριζική αιτία της βίας;?
You have concealed the root cause of the problem.
Αν αυτό συμβεί, στην ουσία αποκρύπτεται η βασική αιτία του προβλήματος.
Sex is the root cause of division.
Το σεξ αποτελεί τη ριζική αιτία της διαίρεσης.
The nous is the root cause.
Ο νους είναι η βασική αιτία.
What you need to do is change the root cause.
Αυτό που πρέπει να κάνεις είναι ν' αλλάξεις την ριζική αιτία.
These enemies all come from the root cause of Imperialism and Fundamentalism.
Αυτοί οι εχθροί προέρχονται όλοι από τη βασική αιτία του ιμπεριαλισμού και του φονταμενταλισμού.
Poverty not food scarcity is a root cause of hunger.
Η φτώχεια, και όχι η έλλειψη τροφίμων, είναι η βασική αιτία της πείνας.
Drinking is the root cause.
Το ποτό ασφαλώς είναι η βασική αιτία.
Unawareness and ignorance is the root cause of animal neglect.
Η μη γνώση και η άγνοια είναι η βασική αιτία της αγανάκτησης των ζώων.
is the root cause.
είναι η βασική αιτία της πείνας.
Carry out accident investigations and root cause analysis.
Διεξαγωγή ερευνών ατυχημάτων και ανάλυση των βαθύτερων αιτίων.
Results: 742, Time: 0.052

Word-for-word translation

Top dictionary queries

English - Greek