WHICH REQUIRED in Greek translation

[witʃ ri'kwaiəd]
[witʃ ri'kwaiəd]
που απαιτούσε
that i require
what i demand
που χρειάστηκε
who needs
that i want
που απαιτούσαν
that i require
what i demand
που απαιτούνται
that i require
what i demand
που απαιτεί
that i require
what i demand
οποία υποχρέωνε
που χρειαζόταν
who needs
that i want
με την οποία ζητείται
οποίο προϋπέθετε
οποία επέβαλε

Examples of using Which required in English and their translations into Greek

{-}
  • Colloquial category close
  • Official category close
  • Medicine category close
  • Ecclesiastic category close
  • Financial category close
  • Official/political category close
  • Computer category close
The unanimity rule, which required agreement of all EU governments for decision-making, often led to a'lowest common denominator' approach;
Ο κανόνας της ομοφωνίας, που απαιτούσε τη συμφωνία όλων των κυβερνήσεων της ΕΕ για τη λήψη αποφάσεων, οδηγούσε συχνά σε προσεγγίσεις τύπου"χαμηλότερου κοινού παρονομαστή".
This was shortly followed by Military Order 158, which required Palestinians to obtain permits from the military in order to build new water infrastructure.
Λίγο αργότερα ακολούθησε το«Στρατιωτικό Διάταγμα 158», που απαιτούσε από τους Παλαιστίνιους την απόκτηση αδειών από τον ισραηλινό στρατό για την κατασκευή νέων υποδομών νερού.
To understand the physics principles and laws which required for the courses of the following semesters.
Να κατανοούν τις φυσικές αρχές και τους φυσικούς νόμους που προαπαιτούνται για τα μαθήματα ειδικότητας.
Understand the physics principles and laws which required for the courses of the following semesters.
Να κατανοούν τις φυσικές αρχές και τους φυσικούς νόμους που προαπαιτούνται για τα μαθήματα ειδικότητας.
Until two years ago, she was deputy editor at Jezebel, which required perpetual attention to news.
Δύο χρόνια νωρίτερα, υπήρξε αναπληρώτρια σύνταξης στο blog Jezebel, θέση που απαιτούσε συνεχή προσοχή στις ειδήσεις.
For the ERDF cases mentioned there were complex points which required exchanges with national authorities
Για τις προαναφερθείσες υποθέσεις ΕΤΠΑ, υπήρχαν πολύπλοκα σημεία που απαιτούσαν ανταλλαγές με εθνικές αρχές
found a job as a footwear salesman and designer, which required air travel.
βρήκε μια δουλειά ως πωλητής και σχεδιαστής υποδημάτων, που απαιτούσε αεροπορικά ταξίδια.
The checks- which required a change to German law- were originally aimed at uncovering Islamist extremists who might try to infiltrate the German military.
Οι έλεγχοι- που απαιτούσαν αλλαγή στο γερμανικό δίκαιο- αποσκοπούσαν αρχικά στην αποκάλυψη ισλαμιστών εξτρεμιστών που ενδεχόμενως να προσπαθούσαν να διεισδύσουν στο γερμανικό στρατό.
Fans will remember eight-bit consoles exciting battle in the Wild West, which required quick to shoot criminals,
Οι φίλοι θα θυμούνται οκτώ-bit κονσόλες συναρπαστική μάχη στην Άγρια Δύση, που απαιτούνται γρήγορα να πυροβολούν τους εγκληματίες,
masters were neither priests nor monks, which required special vows.
δάσκαλοι δεν ήσαν ούτε ιερείς ούτε καλόγεροι, κάτι που απαιτούσε ξεχωριστούς όρκους.
exhausting work, which required superhuman effort,
κουραστική εργασία, που απαιτεί υπεράνθρωπη προσπάθεια,
Very earlier built cars utilised external bonnet latches which required a tool to open
Τα παλαιότερα κατασκευασμένα αυτοκίνητα χρησιμοποίησαν εξωτερικά μάνδαλα καλύμματος που απαιτούσαν ένα εργαλείο για να ανοίξουν
In 1988 the federal government passed the Education Reform Act which required students at all state schools to be taught a standard curriculum.
Το 1988 η ομοσπονδιακή κυβέρνηση ψήφισε το Νόμο περί Εκπαιδευτικής Μεταρρύθμισης που απαιτούνται φοιτητές σε όλα τα δημόσια σχολεία να διδάσκεται ένα πρότυπο πρόγραμμα σπουδών.
content development which required less typing.
την ανάπτυξη περιεχομένου που απαιτούσε λιγότερο πληκτρολόγηση.
the EU-Turkey deal, which required the approval of all EU member states,
η συμφωνία ΕΕ-Τουρκίας, που χρειαζόταν την έγκριση όλων των κρατών μελών της ΕΕ,
This Pay by Mobile Blackjack game is a very simple game which required little skill and strategy
Αυτό μηχάνημα δωρεάν μπόνους πραγματικών χρημάτων το παιχνίδι είναι ένα πολύ απλό παιχνίδι που απαιτεί λίγη επιδεξιότητα
Earlier built cars utilized external bonnet latches which required a tool to open
Τα παλαιότερα κατασκευασμένα αυτοκίνητα χρησιμοποίησαν εξωτερικά μάνδαλα καλύμματος που απαιτούσαν ένα εργαλείο για να ανοίξουν
automatically cut to the size and specification which required.
διακόπτει αυτόματα το μέγεθος και τις προδιαγραφές που απαιτούνται.
there was the poverty of the people, which required many sacrifices.
υπήρχε η φτώχεια των ανθρώπων, που απαιτούσε περισσότερες θυσίες.
This collapse showed a deep crisis, which required a conceptual and ideological renewal, especially philosophical.
Αυτή η κατάρρευση ανέδειξε μια βαθιά κρίση, που απαιτεί εννοιολογική και ιδεολογική ανανέωση, κυρίως φιλοσοφικά.
Results: 358, Time: 0.0573

Word-for-word translation

Top dictionary queries

English - Greek