WILLFULLY in Greek translation

εσκεμμένα
deliberately
intentionally
purposely
willfully
on purpose
wilfully
knowingly
purposefully
advisedly
σκόπιμα
deliberately
intentionally
purposefully
purposely
knowingly
willfully
wilfully
συνειδητά
consciously
deliberately
knowingly
conscientiously
intentionally
wittingly
willfully
lucid
purposely
aware
εκούσια
voluntary
voluntarily
deliberate
intentional
witting
willful
εκ προθέσεως
με τη θέλησή
εθελουσίως
voluntarily
willingly
willfully
on a voluntary basis
εσκεμμένη
deliberate
intentional
willful
willfully
wanton
willfulness
tendentious
σκοπίμως
deliberately
intentionally
purposefully
purposely
knowingly
willfully
wilfully

Examples of using Willfully in English and their translations into Greek

{-}
  • Colloquial category close
  • Official category close
  • Medicine category close
  • Ecclesiastic category close
  • Financial category close
  • Official/political category close
  • Computer category close
You willfully and blatantly disobeyed orders.
Με τη θέλησή σου και με περίσσιο θράσος παρέβης τις εντολές.
are enemies who willfully stand against God.
είναι εχθροί που εκούσια στέκονται εναντίον του Θεού.
But I could not willfully do so.
Ηθελημένα δεν θα μπορούσα να το κάνω.
enemies who willfully stand against God.….
είναι εχθροί που εκούσια στέκονται εναντίον του Θεού.
Don't willfully circumvent any restrictions on access to or availability of the Services.
Μην παρακάμπτετε ηθελημένα κανέναν περιορισμό για πρόσβαση σε ή διαθεσιμότητα των Υπηρεσιών.
The temperature can be controlled willfully and designed according to the need.
Η θερμοκρασία μπορεί να ελεγχθεί εκουσίως και να σχεδιαστεί σύμφωνα με την ανάγκη.
I willfully participated in a campaign of misinformation.
Συμμετείχα οικειοθελώς σε μία εκστρατεία παραπληροφόρησης.
Did you or did you not willfully target the president's daughter?
Έβαλες ή δεν έβαλες επίτηδες στόχο την κόρη του Προέδρου;?
There is a HUGE DIFFERENCE that you are willfully ignoring.
Υπάρχει βεβαίως μια μεγάλη διαφορά την οποία εσκεμμένως παραγνωρίζουν.
Though they brandish the name of God, they willfully oppose Him.
Παρότι κραδαίνουν το όνομα του Θεού, εκουσίως Τον καταπολεμούν.
I know you wouldn't willfully engage in prosecutorial misconduct.
Ξέρω ότι δεν θα έκανες επίτηδες εισαγγελικό παράπτωμα.
Defendant never admitted he willfully did anything wrong.
Ο προπορευόμενος δεν παραδέχθηκε ποτέ πως έκανε ό, τι έκανε επίτηδες.
Your peers are willfully blind.
Οι κινήσεις είναι πεισματικά τυφλές.
In this case, we would be willfully circulating written evidence of high treason.
Σ'αυτή την περίπτωση… θα διανέμουμε οικειοθελώς αποδείξεις εσχάτης προδοσίας.
You have overstepped your jurisdiction, interfering with and willfully damaging a police investigation into arms smuggling.
Υπερβήκατε τη δικαιοδοσία σας, παρεμβαίνοντας… και εσκεμμένα βλάπτοντας την αστυ- νομική έρευνα για λαθρεμπόριο όπλων.
The follower willfully and wholeheartedly pledges to respect the Sheikh as his leader
Ο ακόλουθος εκούσια και ολόψυχα υπόσχεται να σέβεται το Σεΐχη ως ηγέτη του
I can't sleep now, not when you're willfully ignoring my wishes, my beliefs.
Δεν μπορώ να κοιμηθώ τώρα. Όχι όταν εσκεμμένα αγνοείς τις επιθυμίες μου, τις πεποιθήσεις μου.
did willfully deceive the CIA into believing Irina Derevko violated her immunity agreement.
Τζάκ Μπρίστοου, εκούσια εξαπάτησε την CIA στο να πιστέψει πως η Ιρίνα Ντερέβκο παραβίασε τη συμφωνία ασυλίας της.
Com does not willfully breach the contract, its liability for claims shall be limited to foreseeable damages.
Com δεν παραβιάσει σκόπιμα τη σύμβαση, η ευθύνη της για απαιτήσεις περιορίζεται στις προβλεπόμενες ζημιές.
To destroy all who willfully oppose Him, The Lord Christ Jesus will use His powerful angels.
Για να καταστρέψει όλους όσους Του εναντιώνονται εσκεμμένα, ο Ιεχωβά θα χρησιμοποιήσει τον Ιησού και ισχυρούς αγγέλους.
Results: 262, Time: 0.0709

Top dictionary queries

English - Greek