BASED ON EXISTING in Greek translation

[beist ɒn ig'zistiŋ]
[beist ɒn ig'zistiŋ]
με βάση τις υπάρχουσες
βάσει υφιστάμενων
βασιζόμενη στα υπάρχοντα
βασισμένο στην παρούσα
βασισμένος στο υπάρχον

Examples of using Based on existing in English and their translations into Greek

{-}
  • Official category close
  • Colloquial category close
  • Medicine category close
  • Ecclesiastic category close
  • Financial category close
  • Official/political category close
  • Computer category close
The first option referred to possible non-regulatory action based on existing international harmonisation initiatives of extrajudicial collateral enforcement procedures whereby the Commission would recommend Member States to put in place such procedures.
Η πρώτη επιλογή αφορούσε πιθανή παρέμβαση μη ρυθμιστικού χαρακτήρα βάσει υφιστάμενων διεθνών πρωτοβουλιών εναρμόνισης των διαδικασιών εξωδικαστικής εκτέλεσης εξασφαλίσεων με την οποία η επιτροπή θα προτείνει στα κράτη μέλη τη θέσπιση τέτοιων διαδικασιών.
Every year, transmission system operators shall submit to the regulatory authority a ten-year network development plan based on existing and forecast supply
Τουλάχιστον ανά διετία, οι διαχειριστές συστημάτων μεταφοράς καταθέτουν στη ρυθμιστική αρχή δεκαετές πρόγραμμα ανάπτυξης του δικτύου βασισμένο στην παρούσα και στην προβλεπόμενη προσφορά
At least every two years, transmission system operators shall submit to the regulatory authority a ten-year network development plan based on existing and forecast supply
Κάθε έτος, οι διαχειριστές συστημάτων μεταφοράς καταθέτουν στη ρυθμιστική αρχή δεκαετές πρόγραμμα ανάπτυξης του δικτύου βασισμένο στην παρούσα και στην προβλεπόμενη προσφορά
has developed a voluntary, self-regulatory code of practice188, based on existing policy instruments, to which online platforms
κατήρτισε έναν κώδικα ορθής πρακτικής εθελοντικής αυτορρύθμισης188, βάσει υφιστάμενων μέσων πολιτικής τα οποία εφαρμόζουν διαδικτυακές πλατφόρμες
At least eEvery two years, transmission system operators shall submit to the regulatory authority a draft ten-year network development plan based on existing and forecast supply
Τουλάχιστον ανά διετία, οι διαχειριστές συστημάτων μεταφοράς καταθέτουν στη ρυθμιστική αρχή δεκαετές πρόγραμμα ανάπτυξης του δικτύου βασισμένο στην παρούσα και στην προβλεπόμενη προσφορά
encourage their establishment, based on existing best practices.
να ενθαρρύνουν τη θέσπισή τους, βάσει υφιστάμενων βέλτιστων πρακτικών.
transmission system operators shall submit to the regulatory authority a ten-year network development plan based on existing and forecast supply
οι διαχειριστές συστημάτων μεταφοράς καταθέτουν στη ρυθμιστική αρχή δεκαετές πρόγραμμα ανάπτυξης του δικτύου βασισμένο στην παρούσα και στην προβλεπόμενη προσφορά
Based on existing research, Hambrick says it can be explained by factors such as intelligence
Με βάση την υπάρχουσα έρευνα, ο Hambrick δήλωσε ότι αυτό θα μπορούσε να εξηγηθεί από παράγοντες, όπως η νοημοσύνη
Based on existing research, Hambrick said it could be explained by factors such as intelligence
Με βάση την υπάρχουσα έρευνα, ο Hambrick δήλωσε ότι αυτό θα μπορούσε να εξηγηθεί από παράγοντες, όπως η νοημοσύνη
Therefore, it is important for draft guidelines to be drawn up, based on existing, successful EU examples,
Για το λόγο αυτό, είναι σημαντικό να καταρτιστούν σχέδια κατευθυντήριων γραμμών, με βάση υφιστάμενα, πετυχημένα παραδείγματα της ΕΕ,
organisations from the equid sector and based on existing guides, including a focus on species-specific welfare
οργανώσεις του τομέα και βάσει υφιστάμενων οδηγών, που μεταξύ άλλων θα έχουν ως επίκεντρο,
It is a strategic plan based on existing planning practices
Είναι ένα στρατηγικό σχέδιο που βασίζεται στις υφιστάμενες πρακτικές σχεδιασμού
It is a strategic plan based on existing planning methods,
Είναι ένα στρατηγικό σχέδιο που βασίζεται στις υφιστάμενες πρακτικές σχεδιασμού
measures including a comparison with the projections based on existing(implemented and adopted)
συμπεριλαμβανομένης αντιπαραβολής με τις προβλέψεις βάσει των υπαρχουσών(εφαρμοζόμενων και εγκεκριμένων)
for the first ten-year period at least until the year 2030 including a comparison with the projections based on existing(implemented and adopted)
επίπεδο δεξιοτήτων και κοινωνικό επίπεδο για την πρώτη δεκαετή περίοδο και τουλάχιστον έως το 2030, συμπεριλαμβανομένης αντιπαραβολής με τις προβλέψεις βάσει των υπαρχουσών(εφαρμοζόμενων και εγκεκριμένων)
Based on existing photograph.
Πάνω στο υπάρχον φωτογραφικό υλικό.
That based on existing data.
Τη βάσει των υφιστάμενων δεδομένων.
Everything is based on existing technology.
Αλλά όλα αυτά ισχύουν με βάση την υπάρχουσα τεχνολογία.
This is based on existing(non-electronic) standards.
Βασίζονται σε υπάρχοντα πρότυπα κατηγοριοποίησης(μη ηλεκτρονικά).
D Is the project based on existing standards?
Βασίζεται σε υπάρχοντα πρότυπα?
Results: 3554, Time: 0.0616

Word-for-word translation

Top dictionary queries

English - Greek