FAIR VALUE in Greek translation

[feər 'væljuː]
[feər 'væljuː]
λογικής αξίας
δίκαιης αξίας
εύλογων αξιών
δίκαιων αξιών

Examples of using Fair value in English and their translations into Greek

{-}
  • Colloquial category close
  • Official category close
  • Medicine category close
  • Ecclesiastic category close
  • Financial category close
  • Official/political category close
  • Computer category close
Its fair value less costs to sell(if determinable);?
Της εύλογης αξίας μείον το κόστος της πώλησης(αν είναι προσδιοριστέα)?
Such derivative financial instruments are measured at fair value at the balance sheet date.
Τα παράγωγα αυτά προϊόντα αποτιμώνται στις εύλογες αξίες τους κατά την ημερομηνία του ισολογισμού.
Fair value of available for sale financial assets.
Εύλογη αξία διαθέσιμων προς πώληση χρημ/κών στοιχείων.
Financial instruments are recognised initially at fair value.
Οι επενδύσεις αναγνωρίζονται αρχικά σε δίκαιη αξία.
For determining the fair value, an entity has to determine.
Για την επιμέτρηση της εύλογης αξίας, μια οντότητα πρέπει να προσδιορίσει τα εξής.
(through Latirus) it evaluates property at fair value.
(μέσω της εταιρείας Latirus) εκτιμά τα ακίνητα σε εύλογες αξίες.
Fair value of available for salefinancial assets.
Εύλογη αξία διαθέσιμων προς πώληση χρημ/κών στοιχείων.
Loans are initially recognised at fair value.
Οι επενδύσεις αναγνωρίζονται αρχικά σε δίκαιη αξία.
Fair value losses.
Ζημιές εύλογης αξίας.
Fair value and fair value hierarchy.
Εύλογη αξία και ιεραρχία εύλογης αξίας..
All investments are initially recognized at fair value.
Οι επενδύσεις αναγνωρίζονται αρχικά σε δίκαιη αξία.
Fair value profit.
Κέρδη εύλογης αξίας.
The fair value initially recognized for these assets.
Την εύλογη αξία που αρχικώς αναγνωρίστηκε για αυτά τα περιουσιακά στοιχεία.
Investments are initially measured at fair value.
Οι επενδύσεις αναγνωρίζονται αρχικά σε δίκαιη αξία.
Other reserves, including the fair value reserve.
Λοιπά αποθεματικά, συμπεριλαμβανομένου του αποθεματικού εύλογης αξίας.
the entity must measure fair value.
η οικονομική οντότητα πρέπει να επιμετρά την εύλογη αξία.
Investments are initially recognised at fair value.
Οι επενδύσεις αναγνωρίζονται αρχικά σε δίκαιη αξία.
The proposals would not introduce new measurements at fair value.
Οι προτάσεις δεν θα εισάγουν νέες επιμετρήσεις της εύλογης αξίας.
Available-for-sale financial assets are measured at fair value.
Τα διαθέσιµα προς πώληση χρηµατοοικονοµικά στοιχεία επιµετρούνται στην εύλογη αξία.
A financial liability is recognized initially at fair value.
Οι επενδύσεις αναγνωρίζονται αρχικά σε δίκαιη αξία.
Results: 1306, Time: 0.0397

Word-for-word translation

Top dictionary queries

English - Greek