FINAL POSITION in Greek translation

['fainl pə'ziʃn]

Examples of using Final position in English and their translations into Greek

{-}
  • Official category close
  • Colloquial category close
  • Financial category close
  • Medicine category close
  • Ecclesiastic category close
  • Official/political category close
  • Computer category close
points are awarded according to their final position.
θα του απονέμονται πόντοι σύμφωνα με την τελική θέση του.
confirming payment orders, and establishing a final position for settlement( on the basis of either individual transactions
επιßεßαίωσης εντολών πληρωμής και ο καθορισμός τελικής θέσης διακανονισμού( με ßάση είτε επιμέρους συναλλαγές
she may hate the final position, where you're supposed to breathe and relax.
μπορεί να απεχθάνεστε την τελική στάση όπου προτείνεται η αναπνοή και η χαλάρωση.
which will adopt a final position.
η οποία θα λάβει οριστική θέση.
Repeats: do 4 series of 8 repeats and hold the final position in each series for longer.
Επαναλήψεις: πραγματοποιήστε 4 σειρές των 8 επαναλήψεων και διατηρήστε την τελική θέση σε κάθε σειρά για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα.
distal control that enables predictable on-target deployment and final position adjustment.
απομακρυσμένο έλεγχο που επιτρέπει την προβλέψιμη επί τόπου ανάπτυξη και την ρύθμιση της τελικής θέσης.
which adopted a final position.
η οποία έλαβε οριστική θέση.
for adoption of the Agency's final position.
για την έκδοση της τελικής θέσης του Οργανισμού.
In the tabled version there is a clear indication that our final position will be opposed to the adoption of the agreement.
Στην κατατεθείσα έκδοση διευκρινίζεται ότι η τελική μας θέση θα είναι αντίθετη με τη σύναψη της συμφωνίας.
The Council's final position, however, cannot be adopted until the Parliament has delivered its own first reading opinion.
Το Συμβούλιο δεν μπορεί, ωστόσο, να καθορίσει την τελική του θέση προτού διατυπώσει το Κοινοβούλιο τη δική του θέση σε πρώτη ανάγνωση.
Its content provides the necessary balance for us to be able to rate it positively, but our final position will depend on the outcome with regard to certain key points.
Το περιεχόμενό της προσφέρει την αναγκαία ισορροπία που μας επιτρέπει να την αξιολογήσουμε θετικά, η τελική μας θέση όμως θα εξαρτηθεί από το αποτέλεσμα σε συγκεκριμένα καίρια σημεία.
gradually moving towards the projected final position.
να προσεγγίζουν προοδευτικά την καθορισμένη τελική θέση.
Invisalign aligners are designed to gradually move teeth towards their ideal final position based on the treatment plan that we prescribed for you.
Οι νάρθηκες Invisalign κατασκευάζονται ώστε να μετακινούν σταδιακά τα δόντια σας προς την επιθυμητή τελική τους θέση με βάση το σχέδιο θεραπείας που έχει καταρτιστεί από εμάς.
Your seeding time will be added onto your overall time the next day to make up your final position.
Ο χρόνος σου θα προστεθεί στον συνολικό σου χρόνο την επόμενη μέρα για να καθορίσει την τελική σου θέση.
which progressively move teeth into the desired final position.
οι οποίοι μετακινούν τα δόντια σταδιακά στην επιθυμητή τελική τους θέση.
As you replace each aligner every couple of weeks, your teeth will move gradually towards the projected final position.
Καθώς αντικαθιστάτε τον κάθε νάρθηκα κάθε δύο εβδομάδες, τα δόντια σας θα μετακινούνται προοδευτικά προς την τελική τους θέση.
gradually moving towards the projected final position.
τα δόντια να μετακινούνται προοδευτικά προς την αναμενόμενη τελική θέση.
put the Mary Deare's final position somewhere on the Minquiers plateau.
παλίρροιες τοποθετεί την τελική θέση του"Μαίρη Ντήαρ" κάπου στην περιοχή των Μίνκις.
gradually moving towards the projected final position.
θα μετακινούνται προοδευτικά προς την καθορισμένη τελική θέση.
As you replace each aligner every week to two weeks, your teeth will move gradually towards the desired final position.
Καθώς αντικαθιστάτε τον κάθε νάρθηκα κάθε δύο εβδομάδες, τα δόντια σας θα μετακινούνται προοδευτικά προς την τελική τους θέση.
Results: 147, Time: 0.0402

Word-for-word translation

Top dictionary queries

English - Greek