RATIONALISING in Greek translation

εξορθολογισμό
rationalization
rationalisation
streamline
rationalise
rationalizing
εκλογίκευση
rationalization
rationalisation
electioneering
reasoning
rationalising
rationalizing
εξορθολογισμός
rationalization
rationalisation
streamline
rationalise
rationalizing
εξορθολογισμού
rationalization
rationalisation
streamline
rationalise
rationalizing
εκλογικεύοντας
ορθολογικοποίηση
rationalization
rationalisation
rationalizing
streamlining
rationalising

Examples of using Rationalising in English and their translations into Greek

{-}
  • Official category close
  • Colloquial category close
  • Medicine category close
  • Ecclesiastic category close
  • Financial category close
  • Official/political category close
  • Computer category close
In today's uncertain economic climate, rationalising suppliers, cutting back on purchase orders
Στις σημερινές αβέβαιες οικονομικές συγκυρίες, ο εξορθολογισμός των προμηθευτών, ο περιορισμός του πλήθους των εντολών αγοράς
as a first step towards rationalising social spending.
ως ένα πρώτο βήμα προς την κατεύθυνση του εξορθολογισμού των κοινωνικών δαπανών.
(b) a substantial upgrade of the role of local government at both tiers with a view to reinforcing local autonomy and rationalising the administrative structures of local authorities;
(β) σημαντική αναβάθμιση του ρόλου της τοπικής αυτοδιοίκησης και στις δύο βαθμίδες με στόχο την ενίσχυση της τοπικής αυτονομίας και τον εξορθολογισμό των διοικητικών δομών των τοπικών αρχών.
better procurement rationalising the military equipment acquisition plans,
η βελτίωση των προμηθειών, ο εξορθολογισμός του σχεδιασμού απόκτησης στρατιωτικού εξοπλισμού,
is the restriction of individual consumption by rationalising appliance use.
είναι ο περιορισμός της ατομικής κατανάλωσης μέσω του εξορθολογισμού της χρήσης των συσκευών.
Progress so far has been made in downsizing and rationalising the public sector.
Έως τώρα έχει πραγματοποιηθεί πρόοδος όσον αφορά τη μείωση του μεγέθους και τον εξορθολογισμό του δημόσιου τομέα.
Of course there are other clubs that presented a good face following a policy of rationalising their finance.
Υπάρχουν βεβαίως και άλλες ομάδες οι οποίες παρουσίασαν ένα καλό πρόσωπο, ακολουθώντας πολιτική εξορθολογισμού των οικονομικών τους.
The key word today for both communities, apart from rationalising the processes for a solution, is growth.
Η λέξη κλειδί σήμερα και για τις δύο κοινότητες, πέρα από τον εξορθολογισμό των διαδικασιών της λύσης του Κυπριακού, είναι η ανάπτυξη.
cheaper compliance by rationalising processes and simplifying data storage and exchange.
φθηνότερη συμμόρφωση μέσω του εξορθολογισμού των διαδικασιών και της απλούστευσης της αποθήκευσης και ανταλλαγής δεδομένων.
The Communication“A vision for the internal market for industrial products” presents actions to achieve a more integrated internal market based on rationalising the existing regulatory framework.
Η ανακοίνωση«Ένα όραμα για την εσωτερική αγορά βιομηχανικών προϊόντων», παρουσιάζει ενέργειες για την επίτευξη μιας πιο ολοκληρωμένης εσωτερικής αγοράς με βάση τον εξορθολογισμό του υφιστάμενου κανονιστικού πλαισίου.
You also mentioned rationalising the distribution of goods in town
Αναφέρατε επίσης τον εξορθολογισμό της διανομής προϊόντων σε κέντρα πόλεων
It has grown while rationalising and modernising its production facility,
Ο όμιλος αναπτύχθηκε με παράλληλο εξορθολογισμό και εκσυγχρονισμό των παραγωγικών του εγκαταστάσεων,
(b) a substantial upgrade of the role of local government at both tiers with a view to reinforcing local autonomy and rationalising the administrative structures of local authorities;
Μια σημαντική αναβάθμιση του ρόλου της τοπικής αυτοδιοίκησης σε αμφότερα τα επίπεδα με σκοπό την ενίσχυση της τοπικής αυτονομίας και τον εξορθολογισμό των διοικητικών διαδικασιών των τοπικών αρχών.
without prejudice to the principle of subsidiarity, we need to take decisive steps towards rationalising and harmonising clinical trials.
διαφυλάσσοντας βεβαίως την αρχή της επικουρικότητας, προς τον εξορθολογισμό και την εναρμόνιση των θεμάτων που άπτονται των κλινικών δοκιμών.
Enhanced cooperation with law enforcement authorities is a key factor in accelerating and rationalising mutual legal assistance
Θεωρεί ότι η ενισχυμένη συνεργασία με παρόχους υπηρεσιών αποτελεί βασικό παράγοντα για την επιτάχυνση και τον εξορθολογισμό της αμοιβαίας δικαστικής συνδρομής
perhaps the negativity of depressed patients is a way of rationalising that pathological sadness?
πιθανόν η αρνητικότητα των καταθλιπτικών ασθενών είναι ένας τρόπος για να δικαιολογούν την παθολογική τους θλίψη?
the Bank anticipated achieving synergies by rationalising the branch network,
η Τράπεζα ανέμενε την επίτευξη συνεργειών με τον εξορθολογισμό του δικτύου υποκαταστημάτων,
That is to say, just as the rationalising of life and the rational organizing of life in Western societies of the Middle Ages influenced the sciences,
Όπως, δηλαδή, η εκλογίκευση της ζωής και η ορθολογική οργάνωση του βίου στις δυτικές κοινωνίες του Μεσαίωνα επηρέασαν τις επιστήμες,
through reducing expenditure and rationalising the operation of the public sector,
με περικοπή των δαπανών και εξορθολογισμό της λειτουργίας του δημόσιου τομέα,
The Commission notes- as has been emphasised by several speakers- that the European Parliament has taken a general position on rationalising Community law on asylum matters in this resolution.
Η Επιτροπή επισημαίνει- όπως έχει τονισθεί από αρκετούς ομιλητές- ότι το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο έχει λάβει μια γενική θέση στο προκείμενο ψήφισμα για τον εξορθολογισμό του κοινοτικού δικαίου σχετικά με τα ζητήματα ασύλου.
Results: 150, Time: 0.0442

Top dictionary queries

English - Greek