RENEWED COMMITMENT in Greek translation

[ri'njuːd kə'mitmənt]
[ri'njuːd kə'mitmənt]
ανανέωση της δέσμευσης
ανανεωμένη δέσμευσή
ανανεωμένης δέσμευσης
ανανεωένη δέσευση
ανανεωμένη αφοσίωση

Examples of using Renewed commitment in English and their translations into Greek

{-}
  • Official category close
  • Colloquial category close
  • Medicine category close
  • Ecclesiastic category close
  • Financial category close
  • Official/political category close
  • Computer category close
All of these are issues which require a renewed commitment to be addressed through effective strategies.
Όλα αυτά είναι ζητήματα που απαιτούν μια ανανεωμένη δέσμευση να αντιμετωπιστεί με αποτελεσματικές στρατηγικές.
Greek national carrier AEGEAN is marking its 20th anniversary this month with pride and renewed commitment to passengers.
O κορυφαίος αεροπορικός αερομεταφορέας της Ελλάδας AEGEAN γιορτάζει την 20ή επέτειό του αυτό το μήνα με υπερηφάνεια και ανανεωμένη δέσμευση προς τους επιβάτες.
May this renewed commitment deepen your love for each other,
Είθε αυτή η εκ νέου δέσμευση να βαθύνει την αγάπη μεταξύ σας,
It takes renewed commitment to finally win the longest raging war ever
Αναλαμβάνει την ανανεωμένη δέσμευση για να κερδίσει τελικά τον μακρύτερο μαχητικό πόλεμο ποτέ
Our record of performance, and Carnival's renewed commitment to our port with the new long-term operating agreement, are the foundation of sound planning
Το ρεκόρ των επιδόσεων μας και η ανανεωμένη δέσμευση του Carnival στο λιμάνι μας με τη νέα μακροπρόθεσμη συμφωνία λειτουργίας αποτελούν το θεμέλιο ενός υγιούς σχεδιασμού
Out of this conference must come not just money but a renewed commitment from everybody to work for peace that meets the aspirations of all,
Από αυτήν τη σύνοδο δεν πρέπει να προκύψουν μόνο χρήματα αλλά και η ανανεωμένη δέσμευση όλων να εργαστούν για την ειρήνη που θα ανταποκρίνεται στις προσδοκίες όλων,
This renewed commitment from a significant sports partner will strengthen current efforts to raise awareness
Αυτή η ανανέωση της δέσμευσης ενός σημαντικού συνεργάτη από τον χώρο του αθλητισμού, θα ενδυναμώσει τις υφιστάμενες προσπάθειες για την ευαισθητοποίηση
Rather, let there be a renewed commitment to seek, with courage
Αντί για αυτό, ας υπάρξει μία νέα δέσμευση να αναζητηθεί, με θάρρος και αποφασιστικότητα,
The attainment of these targets requires renewed commitment and an integrated approach to the elimination of child labour
Η επίτευξη αυτών των στόχων απαιτεί ανανεωμένη δέσμευση και ολοκληρωμένες προσεγγίσεις για την εξάλειψη της παιδικής εργασίας
It was encouraging to see early decisions on Guantánamo- we were talking about that here just a few weeks ago- a renewed commitment to engage on the Middle East,
Ενθαρρυντικές ήταν οι γρήγορες αποφάσεις που λήφθηκαν για το Γκουαντάναμο- το συζητούσαμε αυτό εδώ πριν μερικές εβδομάδες- η ανανέωση της δέσμευσης για συμμετοχή στη Μέση Ανατολή, και η σύγκληση της διάσκεψης για το Αφγανιστάν,
Our group therefore fully endorses Europe's new, renewed commitment in the Sahel and we are anxious to see the new strategy,
Ως εκ τούτου, η Ομάδα μας προσυπογράφει πλήρως τη νέα, ανανεωμένη δέσμευση της Ευρώπης για το Σαχέλ, και περιμένουμε εναγωνίως να δούμε τη νέα στρατηγική,
Without a renewed commitment to reforms on the part of the president
Χωρίς μια νέα δέσμευση για μεταρρυθμίσεις από την πλευρά του προέδρου
equal opportunities: A renewed commitment', in which it committed to incorporating non- discrimination and equal opportunity concerns
ίσε ευκαιρίε: ανανεωένη δέσευση», στην οpiοία δεσεύεται να ενσωατώσει τα θέατα τη καταpiολέηση των διακρίσεων
General Affairs Council itself, especially regarding post-tsunami reconstruction in Asia and the renewed commitment to the Millennium Development Goals.
ιδιαίτερα όσον αφορά τη μετά το τσουνάμι ανασυγκρότηση στην Ασία και την ανανεωμένη δέσμευση στους αναπτυξιακούς στόχους της Χιλιετίας.
France as well as from the G7, and their renewed commitment to take all necessary action in a coordinated way to ensure stability
Γερμανών ηγετών και της G7 και την ανανεωμένη δέσμευσή τους να λάβουν όλα τα απαραίτητα μέτρα κατά τρόπο συντονισμένο
The UK will encourage the parties to demonstrate their renewed commitment to the process by working towards a resumption of talks in the coming months,
Το Ηνωμένο Βασίλειο θα ενθαρρύνει τις πλευρές να επιδείξουν την ανανεωμένη δέσμευσή τους στη διαδικασία εργαζόμενες προς μία επανέναρξη των συνομιλιών τους ερχόμενους μήνες
The UK will encourage the parties to demonstrate their renewed commitment to the process by working towards a resumption of talks in the coming months,
Η επιστολή αναφέρει επίσης ότι«το Ηνωμένο Βασίλειο θα ενθαρρύνει τις πλευρές να επιδείξουν την ανανεωμένη δέσμευσή τους στη διαδικασία(των συνομιλιών λύσης)
I would rejoin the agreement and use our renewed commitment to diplomacy to work with our allies to strengthen
θα επανέλθω στην συμφωνία και θα χρησιμοποιήσω την ανανεωμένη δέσμευσή μας στην διπλωματία για να συνεργαστούμε με τους συμμάχους μας για να την ενισχύσουμε
For this reason, there needs to be a renewed commitment on the part of the whole Church- priests,
Για τον λόγο αυτόν, χρειάζεται μια ανανεωμένη δέσμευση από μέρους όλης της Εκκλησίας- ιερείς,
Rather, let there be a renewed commitment to seek, with courage
Αντ'αυτού ας υπάρξει μια ανανεωμένη δέσμευση για να αναζητηθεί, με θάρρος και αποφασιστικότητα,
Results: 134, Time: 0.0402

Word-for-word translation

Top dictionary queries

English - Greek