Examples of using Cannot afford in English and their translations into Greek

{-}
  • Colloquial category close
  • Official category close
  • Medicine category close
  • Ecclesiastic category close
  • Financial category close
  • Official/political category close
  • Computer category close
Many young families cannot afford this.
Πολλές νέες οικογένειες δεν έχουν την οικονομική δυνατότητα για αυτό.
What good is a breakthrough medicine that people cannot afford?” asks Jessica Burry.
Σε τι ωφελεί ένα επαναστατικό φάρμακο όταν οι άνθρωποι δεν μπορούν να το αγοράσουν;
Father cannot afford two weddings.
Ο πατέρας δεν μπορεί να αντέξει δύο γάμους.
Her family cannot afford to send her to school.
Η οικογένεια υποστηρίζει ότι δεν έχει την πολυτέλεια να τον στείλει σχολείο.
The industry simply cannot afford to pay for this.
Ο κλάδος απλά δεν αντέχει να καταβάλει το κόστος ενός τέτοιου μέτρου.
A social Europe cannot afford hasty reactions
Μια κοινωνική Ευρώπη δεν μπορεί να αντεπεξέλθει σε βεβιασμένες αντιδράσεις
The union cannot afford to settle for second best.
Η Ένωση δεν μπορεί να αντέξει να συμβιβαστεί με τον δεύτερο καλύτερο.
Zimbabwe cannot afford to lose another five years.
Δεν έχει την πολυτέλεια η χώρα να χάσει άλλα 5 χρόνια.
Europe cannot afford stagnation.
Όμως η Ευρώπη δεν αντέχει τη στασιμότητα.
Time is a luxury most… working class men cannot afford.
Ο χρόνος είναι μια πολυτέλεια που οι περισσότεροι εργαζόμενοί δεν μπορούν να έχουν.
Thirty-five percent cannot afford to buy two pairs of shoes for each family member.
Το 35% αδυνατούν να αγοράσουν δεύτερο ζευγάρι παπούτσια για κάθε μέλος της οικογένειας.
Rome cannot afford such a loss.
Η Ρώμη δεν μπορεί να αντέξει τέτοια απώλεια.
But the West cannot afford to lose Turkey.
Η Δύση δεν έχει την πολυτέλεια να χάσει την Τουρκία.
Our communities cannot afford any more cuts.
Ο λαός μας δεν αντέχει άλλες περικοπές.
Medical care for those who cannot afford it.
(2) Ιατρική φροντίδα για όλους- ιατρική φροντίδα για αυτούς που δεν μπορούν να την έχουν.
The EU cannot afford to wait.
Η ΕΕ δεν έχει την πολυτέλεια να περιμένει.
Sura cannot afford years.
Η Σούρα δεν μπορεί να αντέξει χρόνια.
Sri Lanka cannot afford to have another conflict.
Η Ελλάδα δεν αντέχει άλλες συγκρούσεις.
Anger is a luxury people like us cannot afford.
Ο θυμός είναι μια πολυτέλεια την οποία άνθρωποι σαν εμάς δεν μπορούν να διαθέσουν.
He warned BiH cannot afford another four-year stalemate.
Προειδοποίησε ότι η Β-Ε δεν μπορεί να αντέξει ένα ακόμα τετραετές αδιέξοδο.
Results: 628, Time: 0.0616

Word-for-word translation

Top dictionary queries

English - Greek