CODIFYING in Greek translation

['kəʊdifaiiŋ]
['kəʊdifaiiŋ]
κωδικοποίηση
coding
codification
encryption
to encode
codify
to code
codec
κωδικοποίησης
coding
codification
encryption
to encode
codify
to code
codec
συστηματοποιούμε
κωδικοποιούμε
we encode
we are codifying

Examples of using Codifying in English and their translations into Greek

{-}
  • Official category close
  • Colloquial category close
  • Medicine category close
  • Ecclesiastic category close
  • Financial category close
  • Official/political category close
  • Computer category close
15th amendments legally embodied, codifying in fundamental law,
η 15η τροπολογίες ενσαρκώνουν νομικά, κωδικοποιούν στον θεμελιώδη νόμο,
Hubbard spent more than three decades developing and codifying the administrative policies by which Scientology organizations function.
Ρον Χάμπαρντ ανάλωσε πάνω από τρεις δεκαετίες στην ανάπτυξη και στην κωδικοποίηση της διαχειριστικής πολιτικής με την οποία λειτουργούν οι οργανισμοί της Σαηεντολογίας.
Hubbard spent more than three decades developing and codifying the administrative policies by which companies and organizations function.
Ρον Χάμπαρντ ανάλωσε πάνω από τρεις δεκαετίες στην ανάπτυξη και στην κωδικοποίηση της διαχειριστικής πολιτικής με την οποία λειτουργούν οι οργανισμοί της Σαηεντολογίας.
he established a legal commission that carried out his father's original intent of codifying all of existing Byzantine law.
ο Λέων ίδρυσε μια νομική επιτροπή που πραγματοποίησε την αρχική πρόθεση του πατέρα του να κωδικοποιήσει όλο τον υφιστάμενο βυζαντινό νόμο.
Law 4251/2014 is a relatively new law codifying in a text the regulations for the conditions for the entry into the country,
Ο σχετικά νέος ν. 4251/2014 κωδικοποιεί σε ένα κείμενο τις ρυθμίσεις για τις προϋποθέσεις και την διαδικασία εισόδου, διαμονής, εργασίας
Codifying consumer protection rules and practices at EU level
Η κωδικοποίηση των κανόνων και των πρακτικών προστασίας του καταναλωτή σε επίπεδο ΕΕ
I am pleased, therefore, that we can finally adopt a directive codifying Council Directive 70/157/EEC of 6 February 1970, which approximates the laws of the Member States relating to the permissible sound level
Χαίρομαι, λοιπόν, που μπορούμε επιτέλους να εγκρίνουμε μια οδηγία η οποία κωδικοποιεί την οδηγία 70/157/EΟΚ του Συμβουλίου της 6ης Φεβρουαρίου 1970 περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών που αναφέρονται στο αποδεκτό ηχητικό επίπεδο
CC was in fact instrumental in setting up the European Court of Auditors(ECA) and codifying its powers in the Treaty of Brussels in 1975,
Πράγματι, η Επιτροπή Επαφών συνέβαλε αποφασιστικά στην ίδρυση του ΕΕΣ και την κωδικοποίηση των αρμοδιοτήτων του με τη Συνθήκη των Βρυξελλών το 1975,
I therefore voted in favour of this proposal, codifying Council Directive 92/79/EEC of 19 October 1992 on the structure
Συνεπώς, ψήφισα υπέρ αυτής της πρότασης η οποία κωδικοποιεί την οδηγία 92/79/EΟΚ του Συμβουλίου της 19ης Οκτωβρίου 1992 για τη διάρθρωση
we oppose ongoing efforts to silence legitimate criticism of the state of Israel by codifying its inclusion in the definition of anti-Semitism.
είμαστε αντίθετοι στις προσπάθειες να φιμώσουν τη νόμιμη κριτική του κράτους του Ισραήλ από την κωδικοποιώντας την στον ορισμό του αντισημιτισμού”.
Thanks to the undemocratic enforcement of the Lisbon Treaty by circumventing referendums, the codifying of neoliberal economic policies
Χάρη στην αντιδημοκρατική επιβολή της Συνθήκης της Λισαβόνας, με την παράκαμψη των δημοψηφισμάτων, την κωδικοποίηση των νεοφιλελεύθερων οικονομικών πολιτικών
I am therefore voting in favour of this report, codifying Council Regulation(EC)
Ως εκ τούτου, ψηφίζω υπέρ αυτής της έκθεσης, η οποία κωδικοποιεί τον κανονισμό του Συμβουλίου(EΚ) αριθ.
in which the majority explains that“the necessary consequence” of laws codifying the traditional definition of marriage is to“demea[n]
στην οποία η πλειοψηφία εξηγεί ότι"η αναγκαία συνέπεια" κωδικοποίησης των νόμων του παραδοσιακού ορισμού του γάμου"εξευτελίζ[ει]
undesirable steps and codifying the way something is done to reduce exceptions.
περιορίζοντας τα μη αναγκαία ή ανεπιθύμητα βήματα και κωδικοποιώντας τον τρόπο που κάτι υλοποιείται, ώστε να απλοποιηθεί.
Theoretical courses allow interpreting and codifying the languages of virtual communication,
Τα θεωρητικά μαθήματα επιτρέπουν την ερμηνεία και την κωδικοποίηση των γλωσσών της εικονικής επικοινωνίας,
TFEU should not be read as codifying the test of‘an area already largely covered by the EU rules' in Opinion 1/03.
παράγραφος 2, ΣΛΕΕ δεν θα πρέπει να θεωρηθεί ότι κωδικοποιεί το κριτήριο«τομέας που, σε μεγάλο μέρος, ήδη καλύπτεται από τους κοινοτικούς κανόνες» σύμφωνα με τη γνωμοδότηση 1/03(41).
in which the majority explains that“the necessary consequence” of laws codifying the traditional definition of marriage is to“demea[n].
στην οποία η πλειοψηφία εξηγεί ότι"η αναγκαία συνέπεια" κωδικοποίησης των νόμων του παραδοσιακού ορισμού του γάμου"εξευτελίζ[ει] ή στιγματίζ[ει]" τα λεσβιακά ζευγάρια.
we oppose ongoing efforts to silence legitimate criticism of the state of Israel by codifying its inclusion in the definition of anti-Semitism,” the letter states.
είμαστε αντίθετοι στις προσπάθειες να φιμώσουν τη νόμιμη κριτική του κράτους του Ισραήλ από την κωδικοποιώντας την στον ορισμό του αντισημιτισμού”, αναφέρει η επιστολή.
The Contact Committee was in fact instrumental in setting up the ECA and codifying its powers in the Treaty of Brussels in 1975,
Πράγματι, η Επιτροπή Επαφών συνέβαλε αποφασιστικά στην ίδρυση του ΕΕΣ και την κωδικοποίηση των αρμοδιοτήτων του με τη Συνθήκη των Βρυξελλών το 1975,
in the Member States, and the regulation codifying the procedures for state aid.
καθώς επίσης και του κανονισμού που κωδικοποιεί τις διαδικασίες για τις κρατικές ενισχύσεις.
Results: 119, Time: 0.0577

Top dictionary queries

English - Greek