Examples of using Considerable increase in English and their translations into Greek

{-}
  • Official category close
  • Colloquial category close
  • Medicine category close
  • Ecclesiastic category close
  • Financial category close
  • Official/political category close
  • Computer category close
Observations 50 Stronger transparency requirements 89 The third main change of the 2014 GBER is a considerable increase in transparen- cy requirements for individual aid.
Παρατηρήσεις 50 Ισχυρότερες απαιτήσεις διαφάνειας 89 Η τρίτη βασική αλλαγή που επέφερε ο ΓΚΑΚ του 2014 είναι η αξιοσημείωτη αύξηση των απαιτήσεων διαφάνειας σε ό, τι αφορά μεμονωμένες ενισχύσεις.
I refute the causal link drawn between the principle of zero tolerance of GMOs and the considerable increase in the price of feed.
απορρίπτω την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της αρχής της μηδενικής ανοχής ΓΤΟ και της σημαντικής αύξησης της τιμής των ζωοτροφών.
You will also see a considerable increase in the number of various ads appearing online.
Θα δείτε επίσης μια σημαντική αύξηση του αριθμού των διαφόρων διαφημίσεις που εμφανίζονται σε απευθείας σύνδεση.
Fourth indent Horizon 2020 represents a considerable increase in research of this field as regards FP7.
Τέταρτη περίπτωση Το πρόγραμμα«Ορίζoντας 2020» αντιπροσωπεύει σημαντική αύξηση για την έρευνα στο συγκεκριμένο πεδίο σε σχέση με το ΠΠ7.
Horizon 2020 represents a considerable increase in research of this field as regards FP7.
Το πρόγραμμα«Ορίζοντας 2020» αντιπροσωπεύει σημαντική αύξηση για την έρευνα στο συγκεκριμένο πεδίο σε σχέση με το ΠΠ7.
As a result, wears in the system can lead to considerable increase in fuel consumption
Ως αποτέλεσμα, οι φθορές του συστήματος μπορεί να οδηγήσουν σε σημαντική αύξηση στη κατανάλωση καυσίμων
As a result, wears in the system can lead to considerable increase in fuel consumption
Ως αποτέλεσμα, η φθορά στο σύστημα μπορεί να οδηγήσει σε σημαντική αύξηση της κατανάλωσης καυσίμου
Recently, introducing electronic menu in restaurants has augmented the businesses and there is considerable increase in the service efficiency.
Πρόσφατα, η εισαγωγή ηλεκτρονικών μενού στα εστιατόρια αύξησε τις επιχειρήσεις και υπάρχει σημαντική αύξηση της αποτελεσματικότητας της υπηρεσίας.
Operating margins however were adversely affected by the considerable increase in the cost of natural gas
Όμως, τα λειτουργικά περιθώρια επηρεάστηκαν αρνητικά από τη σημαντική αύξηση του κόστους φυσικού αερίου
The number of adverse reactions to these drugs has led to a considerable increase in prisoner disorder
Ο αριθμός των ανεπιθύμητων αντιδράσεων σε αυτά τα φάρμακα έχει οδηγήσει σε σημαντική αύξηση της ψυχικής διαταραχής των κρατούμενων
effective search presence leading to a considerable increase of sales, profitability,
αποτελεσματική παρουσία αναζήτησης που οδηγεί σε σημαντική αύξηση των πωλήσεων, της κερδοφορίας
The rapid evolution of technology has led to a considerable increase in the use of mobile phones
Η ραγδαία εξέλιξη της τεχνολογίας έχει οδηγήσει σε σημαντική αύξηση της χρήσης των κινητών τηλεφώνων
which will further lead to a considerable increase in muscle mass and strength.
γεγονός που θα οδηγήσει περαιτέρω σε σημαντική αύξηση της μυϊκής μάζας και της δύναμης.
which will further lead to a considerable increase in muscle mass and strength.
γεγονός που θα οδηγήσει περαιτέρω σε σημαντική αύξηση της μυϊκής μάζας και της δύναμης.
a notable increase of urban-living seekers has led to a considerable increase in air pollution
μια αξιοσημείωτη αύξηση των κατοίκων των αστικών περιοχών οδήγησε σε σημαντική αύξηση της ατμοσφαιρικής ρύπανσης
which will further lead to a considerable increase in muscle mass and strength.
γεγονός που θα οδηγήσει περαιτέρω σε σημαντική αύξηση της μυϊκής μάζας και της δύναμης.
(6) The considerable increase of irregular border crossing into the EU
(6) Η αξιοσημείωτη αύξηση της παράτυπης διέλευσης των συνόρων στην ΕΕ,
This was due in particular to the considerable increase in the amounts paid out as from the first year of commitment compared with the amount committed during the financial year.
Αυτό οφείλεται, ιδίως, σε αισθητή αύξηση των ποσών που καταβλήθηκαν ήδη κατά το πρώτο έτος της ανάληψης υποχρέωσης, σε σχέση με τον όγκο του ποσού που ανελήφθη κατά την διάρκεια του οικονομικού έτους.
The considerable increase of irregular border crossing into the EU
(5) Η αξιοσημείωτη αύξηση της παράτυπης διέλευσης των συνόρων προς την Ένωση,
strict controls are done, we have a considerable increase in fish numbers
βεβαίως αυστηροί έλεγχοι έχουμε αξιοσημείωτη αύξηση στον αριθμό και το μέγεθος των ψαριών
Results: 173, Time: 0.0485

Word-for-word translation

Top dictionary queries

English - Greek