those comments were countered by a senior Chinese diplomat who said provoking trade disputes is"naked economic terrorism.".
οι συζητήσεις πάνε καλά, αλλά τα σχόλια αυτά ήταν σε αντίθεση με αυτά υψηλόβαθμου Κινέζου διπλωμάτη, ο οποίος χαρακτήρισε«απροκάλυπτη οικονομική τρομοκρατία» τις εμπορικές διαμάχες.
The Allies countered its potential effectiveness in the air by relentlessly attacking the aircraft on the ground,
Οι Σύμμαχοι αντιστάθμισαν την αποτελεσματικότητά του στον αέρα με επίθεση στο ίδιο το αεροσκάφος είτε στο έδαφος
one protestor countered,“My neighborhood is not burned right now.
θα θελε να καίγεται η δικιά του γειτονιά, ένας διαδηλωτής ανταπάντησε:«Η γειτονιά μου δεν κάηκε τώρα.
this would result in the aircraft descending if not countered.
αυτό θα είχε ως αποτέλεσμα την κάθοδο του αεροσκάφους εαν το πρόβλημα δεν αντιμετωπιστεί.
Woolf countered this problem by making almond farms that do not use huge amounts of water,
Ο Woolf αντιμετώπισε αυτό το πρόβλημα κάνοντας αμπελουργικές εκμεταλλεύσεις που δεν χρησιμοποιούν τεράστιες ποσότητες νερού και μην ξεχειλίζουν τις
banned religious gatherings, all of which countered official attempts at dehumanization.
απαγορευμένες θρησκευτικές συγκεντρώσεις, τα οποία αντιστάθμισαν τις επίσημες απόπειρες απανθρωπιάς.
risk to children and will now be countered more effectively.
που είναι σοβαρός κίνδυνος για τα παιδιά και τώρα θα αντιμετωπιστεί πιο αποτελεσματικά.
Agents from the Aegean coast countered that“these developments concern only Istanbul
Αυτές οι εξελίξεις όμως αφορούν την Κωνσταντινούπολη και όχι τις τουριστικές περιοχές” αντέτειναν πράκτορες από τα παράλια του Αιγαίου, επιβεβαιώνοντας άθελα τους
Venizelos countered the policy with diplomatic agreements among Greek neighbours
Ο Βενιζέλος αντιμετώπισε τη πολιτική με διπλωματικές συμφωνίες μεταξύ ελληνικών γείτονων
Japanese industry will be countered by current regulatory rules.
ένα σταθερό σύστημα εφοδιασμού, η ιαπωνική βιομηχανία θα αντιμετωπιστεί με τους ισχύοντες ρυθμιστικούς κανόνες.
Iran and some Arab nations countered that the real reason for the cancellation was Israel's refusal to attend.
Το Ιράν και ορισμένες αραβικές χώρες αντέτειναν ότι ο πραγματικός λόγος για την ακύρωση ήταν η άρνηση του Ισραήλ να παραβρεθεί στην διάσκεψη.
Croatian forces countered the JNA's attacks by mining approach roads,
Οι κροατικές δυνάμεις αντιμετώπισαν τις επιθέσεις του λαϊκού στρατού, τοποθετώντας νάρκες στους δρόμους,
side as strong supports, effectively countered the insurrections, thus maximizing his political power.
με ισχυρά ερείσματα ιδίως στους ρουμελιώτες οπλαρχηγούς, αντιμετώπισε αποτελεσματικά τις εξεγέρσεις, μεγιστοποιώντας έτσι την πολιτική ισχύ του.
Others countered that the work offered important insight into one of the darkest periods in German history.
Άλλοι αντέτειναν ότι το έργο προσφέρει σημαντική γνώση για μια από τις πιο σκοτεινές περιόδους της γερμανικής ιστορίας.
The Philippines successfully countered corruption in its customs services by using modern technology to limit in-person interactions at customs posts
Οι Φιλιππίνες αντιμετώπισαν με επιτυχία τη διαφθορά στις τελωνειακές υπηρεσίες τους, χρησιμοποιώντας σύγχρονη τεχνολογία προκειμένου να μειώσουν τις προσωπικές αλληλεπιδράσεις στα τελωνεία
Ελληνικά
Turkce
عربى
Български
বাংলা
Český
Dansk
Deutsch
Español
Suomi
Français
עִברִית
हिंदी
Hrvatski
Magyar
Bahasa indonesia
Italiano
日本語
Қазақ
한국어
മലയാളം
मराठी
Bahasa malay
Nederlands
Norsk
Polski
Português
Română
Русский
Slovenský
Slovenski
Српски
Svenska
தமிழ்
తెలుగు
ไทย
Tagalog
Українська
اردو
Tiếng việt
中文