EFFECTIVE CONTROL in Greek translation

[i'fektiv kən'trəʊl]
[i'fektiv kən'trəʊl]
αποτελεσματικός έλεγχος
effective control
efficient control
effective monitoring
effective check
efficient scrutiny
effectively controlling
efficiency of control
αποτελεσματικό έλεγχο
effective control
efficient control
effective monitoring
effective check
efficient scrutiny
effectively controlling
efficiency of control
ουσιαστικό έλεγχο
effective control
real control
πραγματικό έλεγχο
real control
actual control
real check
reality check
effective control
αποτελεσματικά τον έλεγχο
αποτελεσµατικός έλεγχος
effective control
καλύτερο έλεγχο
good control
good check
αποτελεσµατικό έλεγχο
αποτελεσματική επιτήρηση
αποτελεσματικού ελέγχου
effective control
efficient control
effective monitoring
effective check
efficient scrutiny
effectively controlling
efficiency of control
ουσιαστικού ελέγχου
effective control
real control
αποτελεσματικών ελέγχων
effective control
efficient control
effective monitoring
effective check
efficient scrutiny
effectively controlling
efficiency of control
ουσιαστικός έλεγχος
effective control
real control
ουσιαστικό έλεγχό
effective control
real control

Examples of using Effective control in English and their translations into Greek

{-}
  • Colloquial category close
  • Official category close
  • Medicine category close
  • Ecclesiastic category close
  • Financial category close
  • Official/political category close
  • Computer category close
Proceedings before the OBI principle standard and effective control is limited.
Η διαδικασία ενώπιον του Ο.Β.Ι. είναι καταρχήν τυπική ενώ ο ουσιαστικός έλεγχος είναι περιορισμένος.
Natural person who exercises ultimate effective control over a trust.
(ε) οποιουδήποτε άλλου φυσικού προσώπου ασκεί αποτελεσματικό έλεγχο επί του εμπιστεύματος.
Effective control of the crowd and the queue line.
Ο αποτελεσματικός έλεγχος του πλήθους καθώς και της γραμμής ελέγχου..
Effective control strategies can include different architectures,
Οι στρατηγικές αποτελεσματικού ελέγχου ενδέχεται να περιλαμβάνουν διαφορετικές αρχιτεκτονικές,
National governments were unable to implement effective control measures.
Οι εθνικές πολιτικές, αδυνατούν να ασκήσουν αποτελεσματικό έλεγχο.
Immediate and effective control of pruritus.
Άμεσος και αποτελεσματικός έλεγχος του κνησμού.
Effective control functionalities to ensure optimum generation,
Λειτουργίες αποτελεσματικού ελέγχου για τη διασφάλιση βέλτιστης παραγωγής,
Any other natural person exercising effective control of the trust.
(ε) οποιουδήποτε άλλου φυσικού προσώπου ασκεί αποτελεσματικό έλεγχο επί του εμπιστεύματος.
Effective control of pest ants.
Αποτελεσματικός έλεγχος των μυρμηγκιών.
Anyone else exercising ultimate effective control over the trust.
(ε) οποιουδήποτε άλλου φυσικού προσώπου ασκεί αποτελεσματικό έλεγχο επί του εμπιστεύματος.
Effective control of bacteria.
Αποτελεσματικός έλεγχος των βακτηρίων.
Any natural persons exercising effective control over the trust.
(ε) οποιουδήποτε άλλου φυσικού προσώπου ασκεί αποτελεσματικό έλεγχο επί του εμπιστεύματος.
Effective control of bacteria.
Αποτελεσματικός έλεγχος βακτηρίων.
Cyber‘weapons' are not possible to keep under effective control.
Τα κυβερνο-όπλα δεν είναι δυνατόν να κρατηθούν υπό αποτελεσματικό έλεγχο.
Effective control of your transactions.
Αποτελεσματικός έλεγχος των οικονομικών συναλλαγών σας.
High sound absorption for effective control of noise.
Υψηλή υγιής απορρόφηση για τον αποτελεσματικό έλεγχο του θορύβου.
Effective control is thus needed for many basic functions.
Συνεπώς, απαιτείται αποτελεσματικός έλεγχος για πολλές βασικές λειτουργίες.
The Government maintained effective control of the security forces.
Σημειώνει πάντως ότι οι αρχές διατήρησαν αποτελεσματικό έλεγχο επί των δυνάμεων ασφαλείας.
Effective control of weeds and diseases.
Αποτελεσματικός έλεγχος ζιζανίων και ασθενειών στα χωράφια.
Effective control of VAT operators.
Αποτελεσματικός έλεγχος των εμπορευομένων οι οποίοι υπόκεινται στο ΦΠΑ.
Results: 749, Time: 0.0757

Word-for-word translation

Top dictionary queries

English - Greek