MATERIALISM in Greek translation

[mə'tiəriəlizəm]
[mə'tiəriəlizəm]
υλισμός
materialism
υλισμού
materialism
ματεριαλισμό
materialism
ματεριαλισμού
materialism
υλισμό
materialism

Examples of using Materialism in English and their translations into Greek

{-}
  • Colloquial category close
  • Official category close
  • Medicine category close
  • Ecclesiastic category close
  • Financial category close
  • Official/political category close
  • Computer category close
Happiness is not materialism.
Ευτυχία δεν είναι ο υλισμός.
They had a sense of value beyond money and materialism.
Είχαν μια αίσθηση αξίας πέρα από τα χρήματα και τον υλισμό.
Under the methodology of dialectic materialism.
Στη μεθοδολογία του διαλεκτικού υλισμού.
Dialectical and Historical Materialism.
Και Διαλεκτικός Ιστορικός Υλισμός.
To combat subjectivism we must propagate materialism and dialectics.
Μαζί με τον αγώνα εναντίον του υποκειμενισμού οφείλουμε να προπαγανδίζουμε τον υλισμό και τη διαλεκτική.
Yet a variant of this naïve materialism has returned.
Μια παραλλαγή αυτού του αφελούς υλισμού έχει επιστρέψει.
Human, materialism, theory of evolution.
Άνθρωπος, θεωρία της εξέλιξης, υλισμός.
I propose to name this conviction democratic materialism.
Προτείνω να ονομάσουμε αυτές τις πεποιθήσεις δημοκρατικό υλισμό.
The principal features of Marxist philosophical materialism are as follows.
Τα κύρια χαρακτηριστικά του Μαρξιστικού φιλοσοφικού υλισμού είναι τα εξής.
(Laughter) Consumerism is not materialism.
(Γέλια) Ο καταναλωτισμός δεν είναι υλισμός.
Rudolf Steiner said that sugar essentially causes materialism.
Ο Rudolf Steiner, δήλωσε ότι η ζάχαρη προκαλεί ουσιαστικά τον υλισμό.
He was a firm opponent of materialism in science.
Ήταν πολέμιος του υλισμού στην επιστήμη.
The contending parties are essentially… materialism and idealism.
Τα ανταγωνιζόμενα κόμματα είναι ουσιαστικά… ο υλισμός και ο ιδεαλισμός.
We don't worship capitalism and materialism.
Δεν λατρεύουμε τον καπιταλισμό και τον υλισμό.
founder of cultural materialism, very accessible.
ιδρυτής του πολιτισμικού υλισμού, πολύ προσιτός.
This is basic materialism.
Αυτό είναι βασικός υλισμός.
Those who have gone towards materialism have grown downward.
Εκείνοι που έχουν στραφεί προς τον υλισμό έχουν μεγαλώσει προς τα κάτω.
It breaks the grip of materialism in my life.
Σπάει η πρόσφυση του υλισμού στη ζωή μου.
Lenin also said:"Marxism is materialism.
Συγχρόνως, ο Λένιν δηλώνει ότι«ο μαρξισμός είναι υλισμός.
The film also criticizes materialism.
Η ταινία κριτικάρει επίσης το υλισμό.
Results: 2199, Time: 0.0694

Top dictionary queries

English - Greek