REPULSED in Greek translation

[ri'pʌlst]

Examples of using Repulsed in English and their translations into Greek

{-}
  • Colloquial category close
  • Official category close
  • Medicine category close
  • Ecclesiastic category close
  • Financial category close
  • Official/political category close
  • Computer category close
In January, 1229 his army repulsed a raid of the Russian princes Yaroslav Vsevolodovich,
Τον Ιανουάριο του 1229 ο στρατός απώθησε μια επιδρομή των ρώσων πριγκίπων Γιαροσλάβ Βσεβολόντοβιτς,
15th Red Armies repulsed the White Russian troops back into Estonia in November.
Γιουντένιτς απωθήθηκε στα τέλη του Οκτώβρη, ενώ η 7η και η 15η Στρατιά απώθησαν τις δυνάμεις των Λευκών στην Εσθονία τον Νοέμβριο.
are those who feel most spiritually suffocated and repulsed with the current despotism.
είναι εκείνοι που αισθάνονται πνευματικά ασφυξία και αηδιασμένος με την τρέχουσα δεσποτισμό.
Forces loyal to Pétain fired on de Gaulle and repulsed the attack after two days of heavy fighting,
Οι πιστές στον Πεταίν δυνάμεις αντέστησαν στο ντε Γκωλ και απέκρουσαν την επίθεση μετά από δυο μέρες σφοδρών μαχών,
The Crown Prince easily repulsed the attack inflicting over 4,000 casualties while suffering just over 600.
Ο πρίγκιπας απώθησε με ευκολία την επίθεση που προκαλώντας πάνω από 4 απώλειες, ενώ υπέστη λίγο παραπάνω από 600 απώλειες.
but the“repulsed” him from their boat.
ωστόσο τον«απώθησαν» από το σκάφος.
defenders had repulsed invaders, including an earlier 1422 attempt by Sultan Murad II r.
οι υπερασπιστές της είχαν απωθήσει τους εισβολείς, συμπεριλαμβανομένης μιάς πρωτύτερης απόπειρας το 1422 από τον σουλτάνο Μουράτ τον Β'(πού βασίλεψε τη περίοδο 1421-1451).
The Massaliots and the Romans repulsed them, but in 125 BC the Salyes returned reinforced with the Allobriges, a neighboring Galatian people.
Οι Μασσαλιώτες και οι Ρωμαίοι τους απέκρουσαν αλλά το 125 οι Σάλυες επανήλθαν ενισχυμένοι με τους Αλλόβριγες, γειτονικό γαλατικό λαό.
The Crown Prince easily repulsed the attack inflicting over 4,000 casualties while suffering just over 600 himself.
Ο πρίγκιπας απώθησε με ευκολία την επίθεση που προκαλώντας πάνω από 4 απώλειες, ενώ υπέστη λίγο παραπάνω από 600 απώλειες.
Latvian tribes repulsed even the Vikings;
οι Λεττονικές φυλές απώθησαν ακόμη και τους Βίκινγκς
Repulsed by pirates jewelry,
Απωθήθηκαν από τους πειρατές κοσμήματα,
Greek armies repulsed the Bulgarian offensive
Ελληνικός στρατοί απέκρουσαν τη βουλγαρική επίθεση
To everyone's surprise, Gadhafi not only didn't flee, he counterattacked and repulsed his enemies.
Προς έκπληξη πολλών ο Καντάφι όχι μόνο δεν τό'σκασε αλλά αντεπιτέθηκε και απώθησε τους εχθρούς του.
In 1810 the Russian Navy landed troops on Akçaabat's shores around Salacik where the defense of the townspeople repulsed the Russian landing after several days.[1].
Το 1810, το ρωσικό ναυτικό αποβιβάστηκε στις ακτές των Πλατάνων γύρω από το Σαλατζίκ. Οι κάτοικοι της πόλης απώθησαν τους Ρώσους μετά από αρκετές ημέρες.[1].
Corfu was long controlled by Venice, which repulsed several Turkish sieges,
Κέρκυρα καιρό ελεγχόμενη από τη Βενετία, η οποία απέκρουσαν πολλές τουρκικές πολιορκίες,
but having repulsed several attacks, the enemy becomes quick
αλλά έχοντας αποκρούσει αρκετές επιθέσεις, ο εχθρός γίνεται γρήγορος
Repulsed from the surface, it will fly up,
Απωθήθηκαν από την επιφάνεια, θα πετάξει επάνω,
the Russian Revolution successfully repulsed the Whites and Imperialist forces.
η ρωσική επανάσταση απώθησε με επιτυχία τα λευκά και τα ιμπεριαλιστικά στρατεύματα.
who again repulsed the rioters using chemicals.
οι οποίοι και πάλι απώθησαν τους ταραξίες με χρήση χημικών.
They do believe that they have repulsed many attacks by foreign powers on their besieged fortress.
Πιστεύουν ότι έχουν αποκρούσει πολλές επιθέσεις από ξένες δυνάμεις στο πολιορκημένο τους φρούριο.
Results: 100, Time: 0.0533

Top dictionary queries

English - Greek