WERE SERVING in Greek translation

[w3ːr 's3ːviŋ]
[w3ːr 's3ːviŋ]
εξέτιαν
serving
εκτίουν
serve
terms
are doing
υπηρετεί
i serve
service
υπηρετούν
i serve
service
υπηρετούσαμε
served

Examples of using Were serving in English and their translations into Greek

{-}
  • Colloquial category close
  • Official category close
  • Medicine category close
  • Ecclesiastic category close
  • Financial category close
  • Official/political category close
  • Computer category close
Almost 180,000 troops were serving in Iraq and Afghanistan,
Σχεδόν 180 στρατιώτες υπηρετούν στο Ιράκ και το Αφγανιστάν,
The priests who were serving in the Tabernacle had to wash away all the uncleanness of their hands and their feet with the laver's water.
Οι ιερείς που υπηρετούσαν στη Σκηνή του Μαρτυρίου έπρεπε να πλύνουν όλη την ακαθαρσία των χεριών και των ποδιών τους με το νερό του νιπτήρα.
For example, back in 1982, Franz and Margit, a couple who were serving at Bethel in Brazil,
Για παράδειγμα, ο Φραντς και η Μάργκιτ, που υπηρετούν σε κάποιο γραφείο τμήματος,
They thought they were serving God, but, lacking accurate knowledge, they were simply following their own human inclinations and so were serving themselves.
(Ρωμ. 10:2, 3) Ενόμιζαν ότι υπηρετούσαν τον Θεό, αλλά, μη έχοντας ακριβή γνώσι, ακολουθούσαν απλώς τις ανθρώπινες κλίσεις των και έτσι υπηρετούσαν τον εαυτό τους.
The Virginia Company was turned into the United States during the Revolutionary War by the Freemasonic Founding Fathers who were serving the Grand Lodge of England.
Η Εταιρεία Βιρτζίνια μετατράπηκε στις Ηνωμένες Πολιτείες κατά τη διάρκεια του επαναστατικού πολέμου από τους Ελευθεροτέκτονες Ιδρυτές πατέρες που υπηρετούσαν την Μεγάλη Στοά της Αγγλίας.
was an excellent opportunity for training the young officers that were serving on the minesweepers.
απετέλεσε άριστο μέσο ναυτικής εκπαίδευσης των νέων αξιωματικών που υπηρετούσαν στα ναρκαλιευτικά.
the holiday celebrate people who are serving or were serving the Russian Armed Forces(both men and women).
η αργία γιορτάζει τους ανθρώπους που υπηρετούν ή υπηρετούσαν στις Ρωσικές Ένοπλες Δυνάμειςγυναίκες και άντρες.
This corresponds to some 70 percent of all active duty pilots who were serving in the Air Force.
Αυτό αντιστοιχεί περίπου στο 70% όλων των ενεργών πιλότων που υπηρετούσαν στην Πολεμική Αεροπορία.
Of those who have already produced, four were serving in the Electronic Systems Command
Από τα άτομα που έχουν ήδη προσαχθεί, τέσσερεις υπηρετούσαν στην Διοίκηση Ηλεκτρονικών Συστημάτων του ΓΕΕΘΑ
By early 1919 nearly 250,000 Muslims were serving in the Red Army under Muslim officers,
Στις αρχές του 1919, περίπου 250 μουσουλμάνοι υπηρετούσαν στον Κόκκινο Στρατό υπό τις διαταγές μουσουλμάνων αξιωματικών,
You say that in destroying Darken Rahl, you were serving me, but tell us, Richard,
Και λες πως σκοτώνοντας τον Ντάρκεν Ραλ, υπηρετούσες εμένα. Αλλά πες μας, Ρίτσαρντ,
1168 soldiers were serving in his regiment.
στο σύνταγμα του υπηρετούσαν 21 αξιωματικοί και 1168 στρατιώτες.
While all of your friends were in college finding themselves, you were serving your country in Afghanistan and Iraq.
Όταν όλοι σου οι φίλοι πήγαιναν στο κολέγιο, βρίσκοντας τον εαυτό τους εσύ υπηρετούσες την πατρίδα σου στο Αφγανιστάν και στο Ιράκ.
Antonis and Lefteris, were serving in the army during the Greco-Turkish War of 1897.
Αντώνης και Λευτέρης, υπηρετούσαν στο στρατό κατά τον ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897.
We have found out that the 10"missing persons" identified with DNA testing were serving in ELDIK….
Διαπιστώσαμε ότι οι 10«αγνοούμενοι» που ταυτοποιήθηκαν με τη μέθοδο DNA υπηρετούσαν στην ΕΛΔΥΚ….
By October 1974, over 460 regular and temporary workers were serving at the Watchtower Farms.
Μέχρι τον Οκτώβριο του 1974 πάνω από 460 άτομα υπηρετούσαν δουλεύοντας μόνιμα ή προσωρινά στα Αγροκτήματα της Σκοπιάς.
It was during one such period that Jesse sent David to check on the three oldest sons, who were serving in Saul's army.
Σε μια από αυτές τις περιπτώσεις ήταν που έστειλε ο Ιεσσαί τον Δαβίδ για να δει τι κάνουν οι τρεις μεγαλύτεροι γιοι του, οι οποίοι υπηρετούσαν στον στρατό του Σαούλ.
One Witness whose parents were serving Jehovah before she was born admits that it took her much time
Κάποια Μάρτυρας του Ιεχωβά της οποίας οι γονείς υπηρετούσαν τον Ιεχωβά προτού ακόμη γεννηθεί παραδέχεται ότι χρειάστηκε πολύ καιρό
more experienced Georgian officers who were serving in Soviet Armies at the time
πιο έμπειρους γεωργιανούς αξιωματικούς, οι οποίοι υπηρετούσαν στο παρελθόν στο σοβιετικό στρατό
three human rights defenders were serving prison terms for criticizing public officials
τρεις υπερασπιστές των ανθρωπίνων δικαιωμάτων εξέτιαν ποινές φυλάκισης επειδή ασκούσαν κριτική σε δημοσίους υπαλλήλους
Results: 72, Time: 0.049

Word-for-word translation

Top dictionary queries

English - Greek