BARELY ENOUGH in Greek translation

['beəli i'nʌf]
['beəli i'nʌf]
μετά βίας αρκετό
μόλις αρκετό
ίσα-ίσα
just
barely
precisely
on the contrary
only
but
long enough
μετά βίας αρκετά για
με το ζόρι φτάνει
αρκετά λίγο ώστε

Examples of using Barely enough in English and their translations into Greek

{-}
  • Colloquial category close
  • Official category close
  • Medicine category close
  • Ecclesiastic category close
  • Financial category close
  • Official/political category close
  • Computer category close
It's barely enough for all of us to survive, but more than I would ever make in Tecate.
Μετά βίας φτάνουν γι όλους μας αλλά είναι περισσότερα από όσα θα έβγαζα στο Τεκάτε.
Three days is barely enough to squeeze these activities in,
Τέσσερις μέρες είναι ελάχιστα αρκετές για να αποσύρουν αυτές τις δραστηριότητες,
The amount you get from iodized salt is just barely enough to prevent you from getting a goiter.
Το ποσοστό που λαμβάνουν από το ιωδιούχο αλάτι μόλις και μετά βίας επαρκεί για να αποτρέψει τη βρογχοκήλη.
We have people do all our dirty work all day and pay them barely enough to survive.
Έχουμε άνθρωποι κάνουν όλη τη βρώμικη δουλειά μας όλη την ημέρα και να τους πληρώνουν μόλις αρκετή για να επιβιώσουν.
since the amount of money given to them is barely enough to survive for not more than two mere weeks.
Παλαιστίνιους πρόσφυγες, εφόσον το ποσό των χρημάτων που τους παραχωρήθηκε είναι μόλις αρκετό για να επιβιώσουν όχι περισσότερο από δύο εβδομάδες.
benefits(if any) are barely enough to meet our basic needs.
είναι μόλις αρκετή για να καλύψει τις βασικές ανάγκες μας.
benefits(if any) are barely enough to meet our basic needs. Second job.
είναι μόλις αρκετή για να καλύψει τις βασικές ανάγκες μας.
Sahar Gul's in-laws pulled out her nails and hair, and locked her in a dark basement bathroom for about five months, with barely enough food and water to survive.
Σύμφωνα με την αστυνομία του Μπαγκλάν τα πεθερικά τής ξερίζωσαν τα νύχια και τα μαλλιά και την κλείδωσαν σ' ένα σκοτεινό υπόγειο μπάνιο για περίπου πέντε μήνες με φαγητό και νερό που μόλις επαρκούσε για να επιβιώσει.
in-laws pulled out her nails and hair, and locked her in a dark basement bathroom for about five months, with barely enough food and water to survive.
τα μαλλιά και την κλείδωσαν σ' ένα σκοτεινό υπόγειο μπάνιο για περίπου πέντε μήνες με φαγητό και νερό που μόλις επαρκούσε για να επιβιώσει.
her in-laws pulled out her nails and hair, and locked her in a dark basement bathroom for about five months, with barely enough food and water to survive.
τα μαλλιά και την κλείδωσαν σ' ένα σκοτεινό υπόγειο μπάνιο για περίπου πέντε μήνες με φαγητό και νερό που μόλις επαρκούσε για να επιβιώσει.
a way of earning money in a series of exciting races(after start-up capital barely enough to buy the car without any enhancements).
ένας τρόπος για να κερδίσουν χρήματα σε μια σειρά συναρπαστικών αγώνων(μετά το κεφάλαιο εκκίνησης μόλις και μετά βίας αρκετά για να αγοράσει το αυτοκίνητο χωρίς αξεσουάρ).
Barely enough to breathe.
Δεν αρκεί για ν' αναπνεύσεις.
Barely enough to live on.
Δεν είναι αρκετά για να ζήσουν.
There's barely enough light.
Υπάρχει μετα βίας φώς.
Barely enough time to prepare.
Λίγος ο χρόνος για να προετοιμαστούν.
My salary is barely enough.
Ο μισθός μου είναι υπεραρκετός.
Barely enough for life- support.
Μόλις αρκεί για την υποστήριξη ζωής.
An hour is barely enough time.
Μία ώρα δεν είναι αρκετός χρόνος.
Barely enough to form a frame.
Ίσα-ίσα για να φτιάξω ένα κάδρο.
I had barely enough food, water.
Ίσα που είχα αρκετό φαγητό και νερό.
Results: 473, Time: 0.0614

Word-for-word translation

Top dictionary queries

English - Greek