COMPEL in Greek translation

[kəm'pel]

Examples of using Compel in English and their translations into Greek

{-}
  • Colloquial category close
  • Official category close
  • Medicine category close
  • Ecclesiastic category close
  • Financial category close
  • Official/political category close
  • Computer category close
I thought you said Saturn would compel her to speak the truth.
Νόμιζα ότι είπες Saturn θα την υποχρεώσει να λέμε την αλήθεια.
But you can't compel it.
Αλλά δεν μπορείς να την εξαναγκάσεις.
His mother will compel him.
H μητέρα του θα τον υποχρεώσει.
Compel aeration(temperature control mode) Noise.
Αναγκάστε τον αερισμό(τρόπος ελέγχου θερμοκρασίας) Θόρυβος.
Compel aeration(temperature control mode).
Αναγκάστε τον αερισμό(τρόπος ελέγχου θερμοκρασίας).
We compel them to provide information.
Τις υποχρεώνουμε να παρέχουν πληροφορίες.
AN EXTRAORDINARY gift should compel us to express gratitude.
ΕΝΑ εξαιρετικό δώρο λογικά μας αναγκάζει να εκφράσουμε την ευγνωμοσύνη μας.
Shall compel you to come back to us again.
Θα σας αναγκάσουμε να μας ξανακαλέσετε.
Compel website visitors to book direct with pop-ups or calls-to-action(CTAs).
Αναγκάστε τους επισκέπτες της ιστοσελίδας σας να κάνουν απευθείας κράτηση με αναδυόμενα παράθυρα(pop-ups) ή call-to-actions(CTAs).
And maybe maybe compel you to return!
Και ίσως Ίσως σε υποχρεώσουν να επιστρέψεις!
I don't want to, but you boys compel me to beat you.
Δεν θέλω, αλλά παιδιά με αναγκάζετε να σας χτυπήσω.
Labor must compel them to do so.
Και το υπουργείο οφείλει να τους υποχρεώσει να το κάνουν.
However delivery problems may compel us to supply another vehicle in exceptional cases.
Προβλήματα, ωστόσο, μπορεί να μας υποχρεώνουν να παρέχουμε έναν άλλο τύπο αυτοκινήτου σε ειδικές περιπτώσεις.
I can't compel you to buy what I would sell you.
Δεν μπορούν να σε αναγκάσουν να αγοράσεις ότι πωλούν.
we can compel people to submit to our agenda.
θα μπορούμε ναυποχρεώσουμε τους ανθρώπους να υποταχθούν στην ημερήσια διάταξή μας.
Turkey should not compel anyone to cross the border irregularly into Greece.
Η Τουρκία δεν πρέπει να υποχρεώνει κανέναν να περνάει τα σύνορα παράτυπα προς την Ελλάδα.
Kings compel, and pastors convince.
Οι βασιλείς εξαναγκάζουν, οι κληρικοί πείθουν.
I-I can't compel people to do things they don't want to do.
Δε μπορώ να αναγκάσω τους ανθρώπους να κάνουν πράγματα που δε θέλουν να κάνουν.
Any tyrant can compel his slaves to sing hymns in praise of liberty.
Οποιοσδήποτε αφέντης μπορεί να εξαναγκάσει τους δούλους του να ψάλλουν ύμνους στην ελευθερία».
I could compel you.
Θα μπορούσα να σας υποχρεώσω.
Results: 567, Time: 0.1632

Top dictionary queries

English - Greek