RESENT in Greek translation

[ri'zent]
[ri'zent]
απεχθάνονται
i hate
i detest
i despise
i abhor
i loathe
i dislike
i resent
αγανακτούν
i resent
δυσφορούν
κακοφαίνεται
resent
don't like it
απεχθάνομαι
i hate
i detest
i despise
i abhor
i loathe
i dislike
i resent
αγανακτώ
i resent
μισήσει
i hate
i despise
δυσανασχτούσαν
αγανακτούνται

Examples of using Resent in English and their translations into Greek

{-}
  • Colloquial category close
  • Official category close
  • Medicine category close
  • Ecclesiastic category close
  • Financial category close
  • Official/political category close
  • Computer category close
I just thought that was the most resent information.
Απλά ήταν πιο πρόσφατες οι πληροφορίες μου.
And I resent the accusation.
Με εξοργίζουν οι κατηγορίες αυτές.
One can't resent one's era without being swiftly punished by it.".
Κανείς δεν μπορεί να δυσανασχετεί απ' την εποχή του χωρίς γρήγορα να τιμωρείται απ' αυτήν".
Well, maybe then we wouldn't have to resent.
Ίσως τοτε δεν θα χρειαζόταν να απεχθανόμαστε.
All the other players… resent us, too.
Και οι υπόλοιποι παίκτες… μας αντιπαθούν κι αυτοί.
the asylum are resent notions.
το άσυλο είναι πρόσφατες έννοιες.
If the products have any problem resent for free in the next order.
If τα προϊόντα έχουν οποιοδήποτε πρόβλημα να αγανακτήσει δωρεάν στην επόμενη διαταγή.
It encourages people to applaud rather than resent those who succeed.
Ενθαρρύνει τους ανθρώπους να χειροκροτούν παρά να δυσανασχετούν με εκείνους που πετυχαίνουν.
We're not hiding anything, and I resent the accusation.
Τίποτα, και με ενοχλεί η κατηγορία.
My Norman Barons resent it; they feel it's your Saxon way of mocking their nobility.
Οι Νορμανδοί Βαρόνοι μου δυσανασχετούν με αυτό, νιώθουν ότι είναι ο δικός σου σαξονικός τρόπος να χλευάζεις την χτιστό- κρατική καταγωγή τους.
So people resent them, because everyone else has had to work hard for the things they have.
Έτσι, οι άνθρωποι τους δυσανασχετούν, επειδή όλοι οι άλλοι έπρεπε να δουλέψουμε σκληρά για τα πράγματα που έχουν.
But supporters of this world resent having their errors exposed
Οι υποστηρικταί αυτού του κόσμου, όμως, απεχθάνονται να εκτίθενται τα σφάλματά τους
For their part creditors resent the fact that their financial support is summarily discounted.
Από την πλευρά τους οι πιστωτές δυσανασχετούν για το γεγονός ότι η οικονομική στήριξη τους περικόπτεται συνοπτικά.
Visitors to these mountain communities might assume that local residents resent the lifestyle adjustments they have to make for the sake of scientific research.
Οι επισκέπτες σε αυτές τις ορεινές κοινότητες θα υπέθεταν ότι οι κάτοικοι αγανακτούν με τις προσαρμογές στον τρόπο ζωής τους που πρέπει να κάνουν για χάρη της επιστημονικής έρευνας.
many voters in Germany resent sending money to the Greeks
πολλοί ψηφοφόροι στη Γερμανία απεχθάνονται το να στέλνουν χρήματα στους Έλληνες
It's true that some people resent the centralism in the capital at the expense of other areas.
Είναι αλήθεια ότι μερικοί άνθρωποι δυσανασχετούν με τον συγκεντρωτισμό στην πρωτεύουσα σε βάρος των άλλων περιοχών.
The others resent our pressure which in reality has a"selfish motive". We are trying to change them so that we ourselves can feel well.
Oι άλλοι αγανακτούν με την πίεσή μας, που στην πραγματικότητα έχει εγωιστικά κίνητρα, γιατί προσπαθούμε να τους αλλάξουμε για να νιώθουμε εμείς καλά.
Neither do these of the anointed resent this growing crowd with its numbers
Ούτε αυτοί οι κεχρισμένοι δυσφορούν για τον αυξανόμενον«όχλον» με τους αριθμούς του
Many Britons resent the EU's interference in their daily lives
Πολλοί Βρετανοί απεχθάνονται την ανάμειξη της ΕΕ στην καθημερινή τους ζωή
Foreign visitors to the county also resent when they see such incidents
Οι ξένοι επισκέπτες του νομού εξάλλου δυσφορούν όταν βλέπουν τέτοια περιστατικά και αυτό αποτελεί δυσφήμηση
Results: 150, Time: 0.0686

Top dictionary queries

English - Greek