THEREBY CAUSING in Greek translation

[ðeə'bai 'kɔːziŋ]
[ðeə'bai 'kɔːziŋ]
προκαλώντας με τον τρόπο αυτό
προξενώντας έτσι
με αυτόν τον τρόπο προκαλώντας
με αποτέλεσμα να προκαλείται

Examples of using Thereby causing in English and their translations into Greek

{-}
  • Colloquial category close
  • Official category close
  • Medicine category close
  • Ecclesiastic category close
  • Financial category close
  • Official/political category close
  • Computer category close
the freedom to pursue a trade or business, thereby causing harm to persons who are in no way responsible for the situation which led to the adoption of the sanctions.
της ελεύθερης άσκησης των επαγγελματικών δραστηριοτήτων, προξενώντας έτσι ζημία σε πρόσωπα τα οποία δεν φέρουν καμία ευθύνη για την κατάσταση η οποία οδήγησε στην επιβολή των κυρώσεων.
the freedom to pursue a trade or business, thereby causing harm to persons who are in no way responsible for the situation which led to the adoption of the sanctions.
της ελεύθερης άσκησης των επαγγελματικών δραστηριοτήτων, προξενώντας έτσι ζημία σε πρόσωπα τα οποία δεν φέρουν καμία ευθύνη για την κατάσταση η οποία οδήγησε στην επιβολή των κυρώσεων.
the freedom to pursue a trade or business, thereby causing harm to persons who are in no way responsible for the situation which led to the adoption of the sanctions.
της ελεύθερης άσκησης των επαγγελματικών δραστηριοτήτων, προξενώντας έτσι ζημία σε πρόσωπα τα οποία δεν φέρουν καμία ευθύνη για την κατάσταση η οποία οδήγησε στην επιβολή των κυρώσεων.
the freedom to pursue a trade or business, thereby causing harm to persons who are in no way responsible for the situation which led to the adoption of the sanctions.
της ελεύθερης άσκησης των επαγγελματικών δραστηριοτήτων, προξενώντας έτσι ζημία σε πρόσωπα τα οποία δεν φέρουν καμία ευθύνη για την κατάσταση η οποία οδήγησε στην επιβολή των κυρώσεων.
the freedom to pursue a trade or business, thereby causing harm to persons who are in no way responsible for the situation which led to the adoption of the sanctions.
της ελεύθερης άσκησης των επαγγελματικών δραστηριοτήτων, προξενώντας έτσι ζημία σε πρόσωπα τα οποία δεν φέρουν καμία ευθύνη για την κατάσταση η οποία οδήγησε στην επιβολή των κυρώσεων.
Recently new drugs have been developed that block the action of VEGF, and thereby cause the vessels supplying the tumor to regress.
Πρόσφατα έχουν αναπτυχθεί νέα φάρμακα που εμποδίζουν τη δράση του VEGF, προκαλώντας έτσι την υποχώρηση των αγγείων που προμηθεύουν τον όγκο.
may lead to hyperglycaemia and thereby cause an increased requirement for antidiabetic treatment.
μπορεί να οδηγήσει σε υπεργλυκαιμία και συνεπώς να προκαλέσει αυξημένη ανάγκη για αντιδιαβητική θεραπεία.
pores in the floor and thereby cause damage to neighbors below.
πόρους στο δάπ εδο και έτσι να προκαλέσει βλάβη στους γείτονές παρακάτω.
which is thought to damage nerve cells and thereby cause Alzheimer's.
μπορεί να προκαλέσει βλάβη στα νευρικά κύτταρα και έτσι να προκαλέσει Αλτσχάιμερ.
An anterior cruciate ligament rupture may increase the knee's range of motion more than normal and thereby cause friction and damage to the articular cartilage.
Η ρήξη πρόσθιου χιαστού συνδέσμου μπορεί να αυξήσει το εύρος κίνησης του γόνατος πέραν του φυσιολογικού και έτσι να προκαλέσει τριβή και βλάβη του αρθρικού χόνδρου.
may lead to hyperglycaemia and thereby cause an increased insulin requirement.
μπορεί να οδηγήσει σε υπεργλυκαιμία και συνεπώς να προκαλέσει αυξημένη ανάγκη για ινσουλίνη.
electricity significantly to encourage manufacturers to build cars that consume less gasoline and thereby cause less pollution.
ούτως ώστε να ενθαρρύνει τους κατασκευαστές να φτιάξουν αυτοκίνητα που καταναλώνουν λιγότερη βενζίνη, προκαλώντας έτσι λιγότερη μόλυνση.
Thereby causing diabetic macular edema.
Κατά συνέπεια, προκαλεί διαβητικό οίδημα της ωχράς κηλίδας.
However this sediment raises the height of riverbeds, thereby causing flooding.
Ωστόσο, αυτό το ίζημα αυξάνει το ύψος των κοιτών των ποταμών, με αποτέλεσμα να προκαλούν πλημμύρες.
It should not be forcibly fixed, thereby causing damage to its skin.
Δεν πρέπει να στερεωθεί με βίαιο τρόπο, προκαλώντας έτσι βλάβη στο δέρμα του.
totally unusual and thereby causing great interest to the gameplay.
εντελώς ασυνήθιστο και προκαλώντας μεγάλο ενδιαφέρον στο gameplay.
There are three fundamental ways the Earth's radiation balance can change, thereby causing a climate change.
Τρεις βασικοί τρόποι μπορεί να αλλάξουν την ισορροπία της ακτινοβολίας στην γη, προκαλώντας κλιματική αλλαγή.
VEGF levels are elevated in response causing the leakage of fluid into the retina and thereby causing macular oedema.
Ως επακόλουθο, τα επίπεδα VEGF αυξάνονται προκαλώντας την διαρροή υγρού εντός του αμφιβληστροειδή και συνεπώς προκαλώντας οίδημα της ωχράς κηλίδας.
Thereby causing the reed switch in the non-magnetic tube to actuate or disconnect, thereby outputting a switching signal.
Με αυτόν τον τρόπο αναγκάζοντας τη μετάβαση καλάμων στο non-magnetic σωλήνα για να ωθήσει ή να αποσυνδέσει, με αυτόν τον τρόπο outputting ένα σήμα μετατροπής.
Underweight people in a hurry to obtain weight devour unhealthy food(junk meals), thereby causing health problems.
Λιποβαρή άτομα σε μια βιασύνη για να κερδίσει το βάρος τρώνε ανθυγιεινά τρόφιμα(πρόχειρου φαγητού), προκαλώντας προβλήματα υγείας.
Results: 584, Time: 0.0453

Word-for-word translation

Top dictionary queries

English - Greek