WHICH CONTRIBUTED in Greek translation

[witʃ kən'tribjuːtid]
[witʃ kən'tribjuːtid]
που συντέλεσε
οποία συνεισέφερε
που συνέβαλλαν
που συντέλεσαν
που συνετέλεσε
οποίες συνεισέφεραν
οποία συνέτεινε
οποίο συμμετείχε

Examples of using Which contributed in English and their translations into Greek

{-}
  • Colloquial category close
  • Official category close
  • Medicine category close
  • Ecclesiastic category close
  • Financial category close
  • Official/political category close
  • Computer category close
Italian troops landed in Syros in May 1941, which contributed to the decline of Ermoupolis at that time.
ιταλικά στρατεύματα αποβιβάστηκαν στη Σύρο τον Μάιο του 1941, γεγονός που συνετέλεσε στην παρακμή της Ερμούπολης εκείνη την εποχή.
The course was part of the political education class which contributed to our indoctrination.
Αυτό το πρόγραμμα σπουδών ήταν μέρος της πολιτικής διδασκαλίας που συνέβαλε στη θεωρητική μας κατάρτιση(κατήχηση).
There is a version that the first representatives of the breed, the owner Doberman fed fresh meat from zhivodorni, which contributed to their activity and ferocity.
Υπάρχει μια έκδοση που οι πρώτοι εκπρόσωποι του ιδιοκτήτη φυλή Doberman τρέφονται με φρέσκο zhivodorni κρέας που συνέβαλαν στη δραστηριότητα και την αγριότητα τους.
The Commission agrees that subsequent changes to the system requirements necessitated amendments to the development contract, which contributed to delays.
Η Επιτροπή συμφωνεί ότι οι συνακόλουθες αλλαγές στις απαιτήσεις του συστήματος κατέστησαν ανα- γκαίες τις τροποποιήσεις της σύμβασης ανάπτυξης, γεγονός που συνέβαλε στις καθυστερήσεις.
Al Khoori said:“Our partner Etihad Airways produced strong results throughout 2016, which contributed significantly to the increase in passenger traffic at AUH.
Ο Al Khoori πρόσθεσε:«« Ο συνεργάτης μας Etihad Airways σημείωσε ισχυρά αποτελέσματα καθ' όλη τη διάρκεια του 2016, που συνέβαλαν σημαντικά στην αύξηση της επιβατικής κίνησης στο AUH.
But escaped chimpanzee suffered a series of genetic experiments, which contributed greatly to their intellectual development.
Αλλά δραπέτευσε χιμπατζή υπέστη μια σειρά από γενετικά πειράματα, που συνέβαλε τα μέγιστα στην πνευματική τους ανάπτυξη.
deduced just to be companions, which contributed to their physical and psychological properties.
που συνάγονται μόνο για να είναι σύντροφοι, που συνέβαλαν στις φυσικές και ψυχολογικές ιδιότητές τους.
the ad can be seen as valuable and effective for brand exposure, which contributed to returning traffic resulting in a conversion.
αποτελεσματική για την έκθεση σε εμπορικό σήμα, πράγμα που συνέβαλε στην επιστροφή της επισκεψιμότητας με αποτέλεσμα τη μετατροπή.
the USA were among those countries which contributed particularly to the high number of travellers from abroad.
οι ΗΠΑ ήταν ανάμεσα στις χώρες που συνέβαλαν ιδιαίτερα στον εισερχόμενο τουρισμό.
During the following years, dozens of stone churches and monasteries were built in Moldavia, which contributed to the development of a specific Moldavian architecture.
Κατά τα επόμενα χρόνια στη Μολδαβία χτίστηκαν δεκάδες πέτρινες εκκλησίες και μοναστήρια, που συνέβαλαν στην ανάπτυξη μιας συγκεκριμένης Μολδαβικής αρχιτεκτονικής.
Al Khoori said:"Our partner Etihad Airways produced strong results throughout 2016, which contributed significantly to the increase in passenger traffic at the airport.
Ο Al Khoori πρόσθεσε:«« Ο συνεργάτης μας Etihad Airways σημείωσε ισχυρά αποτελέσματα καθ' όλη τη διάρκεια του 2016, που συνέβαλαν σημαντικά στην αύξηση της επιβατικής κίνησης στο AUH.
a mineral which contributed $0.235 billion of revenue to the Namibian government in 2013.
στη Ναμίμπια είναι τα διαμάντια, ένα ορυκτό το οποίο συνεισέφερε έσοδα ύψους 0, 235 δισ. Δολ.
formed a government in partnership with the CUP(Popular Unity Candidacy), which contributed another 10 seats.
είχαν σχηματίσει συγκυβέρνηση με το κόμμα Ενωμένη Λαϊκή Υποψηφιότητα(CUP), το οποίο συνεισέφερε 10 έδρες.
poor mental health- which contributed to unhappiness.
φτωχή ψυχική υγεία, που συντελούσαν στη δυστυχία.
poor mental health- which contributed to unhappiness.
φτωχή ψυχική υγεία, που συντελούσαν στη δυστυχία.
Idaho has a state gambling lottery which contributed $333.5 million in payments to all Idaho public schools
Η Αϊντάχο έχει μια λαχειοφόρο λαχειοφόρο αγορά που συνεισέφερε 333, 5 εκατομμύρια δολάρια σε πληρωμές σε όλα τα δημόσια σχολεία του Idaho
Ntakoula Stavroula, teachers which contributed greatly to the smooth care of the children
Ντάκουλα Σταυρούλα νηπιαγωγό οι οποίες συνέβαλαν τα μέγιστα στην ομαλή εξυπηρέτηση των παιδιών
Idaho has a state gambling lottery which contributed $333.5 million in payments to all Idaho public schools and Idaho higher education from 1990-2006.[31].
Η Αϊντάχο έχει μια λαχειοφόρο λαχειοφόρο αγορά που συνεισέφερε 333, 5 εκατομμύρια δολάρια σε πληρωμές σε όλα τα δημόσια σχολεία του Idaho και στην τριτοβάθμια εκπαίδευση του Idaho από το 1990 έως το 2006.
The Association for Macedonian Studies was founded, which contributed significantly to the rescuing,
Ιδρύεται η Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών, η οποία συνέβαλε σημαντικά στη διάσωση,
Among these projects, we identified three which contributed directly to ongoing developments in CAP monitoring15.
Μεταξύ αυτών των έργων, εντοπίσαμε τρία τα οποία συνέβαλαν άμεσα στις τρέχουσες εξελίξεις όσον αφορά την παρακολούθηση της ΚΓΠ15.
Results: 221, Time: 0.0494

Word-for-word translation

Top dictionary queries

English - Greek